Δημοφιλή ανέκδοτα

Λοιπόν ήταν ένας παππούς και πήγε σε ιδιωτική κλινική να κάνει αιματολογικές εξετάσεις. Πάει μετά από δύο μέρες να τις πάρει και ρωτάει τον γιατρό:
- Γιατρέ όλα καλά;
- Όχι, λέει ο γιατρός, έχεις κάτι προβληματάκια.
- Μα τι λες, λέει ο παππούς, εγώ νιώθω ατρόμητος. Αφού σκέψου, παντρεύτηκα μία τριαντάρα και έχει μείνει έγκυος, και τώρα είναι 5 μηνών.
- Αποκλείεται, λέει ο γιατρός.
- Γιατί; λέει ο παππούς.
- Θα σου πω, λέει ο γιατρός. Μία φορά ήταν ένας κυνηγός και πήγε πρωί-πρωί στο κυνήγι και αντί να πάρει μαζί του το όπλο του, πήρε μία ομπρέλα και όταν έφτασε στο βουνό βγήκε μία αρκούδα. Και πήγε αυτός να την χτυπήσει και άνοιξε η ομπρέλα. Και ξαφνικά η αρκούδα σωριάζεται νεκρή. Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό;
- Μπορώ, λέει ο παππούς, μήπως την πέτυχε άλλος;
- Εκεί, λέει ο γιατρός, θέλω να καταλήξω, παππούλη μου!
Μέσα σε ένα αεροπλάνο είναι ένας Παριζίανος ένας Λονδρέζος και ένας Κοζανίτης. Το αεροπλάνο πέφτει στην Ζούγκλα και τους πιάνουν οι Ζουλού οι οποίοι και τους οδηγούν στον αρχηγό τους.
Ο αρχηγός λέει πως θα ρωτήσει τον καθένα απο που είναι και αν δεν γνωρίζει το μέρος θα τους σκοτώνει...
Πάει πρώτα ο Παριζίανος και τον ρωτάει ο αρχηγός:
- Από που είσαι;
- Απο το Παρίσι, την πόλη του φωτός στην ΓαλΛία...
- Από το Παρίσι; Δεν το ξέρω. Στην πυρά!
Πάει μετά ο Λονδρέζος και τον ρωτάει ο αρχηγός:
- Από που είσαι;
- Από το Λονδίνο. Με το Big Ben. Στην Αγγλία...
- Λονδίνο; Δεν το ξέρω... Στην πυρά...
Εν τω μεταξύ ο Κοζανίτης άρχισε να τρεμει γιατί σκεφτόταν
"Δεν ξέρει το Παρίσι... Δεν ξέρει το Λονδίνο.. Πως θα ξέρει την Κοζάνη;"
Τότε τον καλεί ο αρχηγός:
- Από που είσαι;
- Από την Κοζάνη.
Ξαφνικά ο αρχηγός αρχίζει να χαμογελάει, τον αγκαλιάζει και τον φιλάει..
Τοτε ο Κοζανίτης αππορημένος ρωτάει:
- Καλά, δεν ήξερες το Λονδίνο, δεν ήξερες το Παρίσι... Την Κοζάνη που την ξέρεις;
Και ο Φυλαρχος τον κοιτάει χαμογελαστός και λέει:
- Γιο μου, τ. Ε. Ι κοζανηηηησσσ!
Μπαίνει ένας τύπος στο μπάρ, σκαρφαλώνει σε μία καρέκλα και φωνάζει.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Πάει δύο η ώρα τα ξημερώματα, σηκώνεται να φύγει ο τύπος.
Τον πιάνει ο μπάρμαν.
- Πού πας εσύ; Δεν θα πληρώσεις;
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
- Καλά, λέει ο μπάρμαν.
Το άλλο βράδυ, πάλι ο ίδιος τύπος:
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Στις 2 τα ξημερώματα, ξανασηκώνεται να φύγει.
- Που πάς χωρίς να πληρώσεις;! τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
Τον πιάνει ο μπάρμαν, τον πάει έξω και τον πλακώνει στο ξύλο.
Μετά από καιρό ξανάρχεται ο ίδιος τύπος.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες. Αλλά εσένα κερατά δεν σε κερνάω, γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τί κάνεις!