Δημοφιλή ανέκδοτα

Επεισόδιο στην Εθνική Οδό...
Με το θερμόμετρο να αγγίζει τους 40, ένας ομοφυλόφιλος ταξιδεύει με ένα Deux Chevaux (Ντεσεβώ) στην Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας. Ο εν λόγω κύριος πηγαίνει στην αριστερή λωρίδα ενώ η βελόνα δεν ξεκολλάει από τα 20 χλμ/ω. Από πίσω, ένας αρκετά τσαμπουκαλής φορτηγατζής,ακολουθεί σαν σε επιτάφειο, ενώ κάθε προσπάθεια να προσπεράσει αποβαίνε μάταιη. Αφού λοιπόν προσπαθεί να συγκρατήσει τον εαυτό του από τα διόδια Σχηματαρίου, κάπου κοντά στις στροφές και λόγω της αφόρητης ζέστης, ο φορτηγατζής αποφασίζει να κάνει κάτι δραστικό. Σανιδώνει λοιπόν το φορτηγό και πέφτει πάνω στον ομοφυλόφιλο, όπου και το αυτοκίνητό του εκτελεί ένα πολλαπλό τετακέ, και καταλήγει στο χαντάκι. Έξαλλος ο φορτηγατζής, κατεβαίνει από το φορτηγό, πλησιάζει τον ομοφυλόφιλο και ετοιμάζεται να δώσει συνέχεια το θέμα. Εξοργισμένος ο ομοφυλόφιλος βγαίνει από το συνετριμένο αυτοκίνητο και εμπλέκεται στον ακόλουθο διάλογο :
- Βάρβαρε, αγροίκε, πειρατή της ασφάλτου. Δεν δείχνεις κανένα σεβασμό στους άλλους οδηγούς. Θα έπρεπε να σε έχουν πίσω από τα σίδερα! - Τι μου λες μωρή καρακραγμένη πουστάρα; Με σέρνεις καροτσάκι από τα διόδια στο Σχηματάρι, και δεν κάνεις άκρη να περάσω και θες να βγεις και από πάνω; - Και τι θές να κάνω; Σάμπως έχω και καμιά Ferrari; - Να πας στην άκρη να οδηγήσεις τον κουβά σου. Χέστηκα και εγώ αν ο δρόμος δεν είναι καλός.
- Δεν με φοβίζεις αγροίκε, τώρα θα πάρω το δικηγόρο μου και θα σου δείξω εγώ. Ο ομοφυλόφιλος, βγάζει το Samsung N100 από την τσέπη και σχηματίζει τον αριθμό του δικηγόρου.
- Ελα Τάκη χρυσέ μου, είμαι στην Εθνική και ένας βάρβαρος φορτηγατζής με τράκαρε από πίσω και μου διέλυσε το αμάξι... Πώς;.. μα σαφώς και θα κάνω μήνυση... Ναι βέβαια, δεν πρόκειται να τον αφήσω από τα μάτια μου. υψώνοντας τη φωνή συνεχίζει...
- Δεν θα το κουνήσει ρούπι.. θα το μετανιώσει φρικτά που έμπλεξε μαζί μου.. βέβαια.. θα του πάρω την άδεια κυκλοφορίας, θα του πάρω τις πινακίδες, θα του πάρω το φορτηγό, θα tου πάρω τα λεφτά του, θα του πάρω το σπίτι του, θα του τα πάρω όλα... Σαρκάζοντας ο φορτηγατζής επεμβαίνει...
- Θα πάρεις τ αρχίδια μου... και ο ομοφυλόφιλος...
- Ακυρο Τάκη μου .. τα βρήκαμε...!
Μια αγγλική οικογένεια περνούσε τις διακοπές της στη Γερμανία και κατά τη διάρκεια του περιπάτου παρατήρησε ένα χαριτωμένο εξοχικό σπιτάκι. Ρώτησε να μάθει ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης και έμαθε ότι ήταν ένας νέος, διαμαρτυρόμενος πάστορας.
Έγιναν διαπραγματεύσεις για να νοικιάσουν τη βίλα το επόμενο καλοκαίρι. Όταν όμως γύρισε στην Αγγλία η κυρία θυμήθηκε ότι δεν είχε δει την τουαλέτα (WC) κι έγραψε στον πάστορα να την πληροφορήσει σχετικώς. Όταν έλαβε το γράμμα ο πάστορας δεν κατάλαβε τα αρχικά WC και νομίζοντας ότι πρόκειται για ένα παρεκκλήσι του αγγλικανικού δόγματος που λέγεται white chapel απάντησε ως εξής:
Αξιότιμη κυρία,
Εξετίμησα την παράκλησή σας και έχω την τιμή να σας πληροφορήσω ότι το μέρος στο οποίο αναφέρεστε στο γράμμα σας βρίσκεται σε απόσταση 12 χλμ. από την οικία, πράγμα που είναι πολύ ενοχλητικό, κυρίως αν συνηθίζετε να πηγαίνετε εκεί συχνά. Σε αυτήν την περίπτωση είναι προτιμότερο να πάρετε μαζί σας τρόφιμα και να διημερεύσετε επί τόπου. Μερικοί πηγαίνουν εκεί πεζή, άλλοι με τραμ ή ποδήλατα, αλλά, φτάνουν πάντα στην κατάλληλη στιγμή και δεν ενοχλούν τους άλλους.
Υπάρχει χώρος για 400 άτομα καθήμενα και 100 όρθια. Υπάρχει επίσης κλιματισμός αέρος για να αποφεύγεται η δυσοσμία εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των παρευρισκομένων. Τα καθίσματα είναι από βελούδο. Συνιστάται μόνον η έγκαιρη άφιξη για να βρει κανείς ελεύθερο κάθισμα. Τα παιδιά κάθονται δίπλα στους γονείς και όλοι μαζί ψάλλουν. Στην είσοδο δίνεται στον καθέναν από ένα χαρτί και αυτοί που φτάνουν μετά το τέλος της διανομής μπορούν να χρησιμοποιήσουν το χαρτί του διπλανού τους. Όμως κατά την έξοδο οφείλουν να το επιστρέψουν όσο το δυνατόν ατσαλάκωτο για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί όλον τον μήνα.
Τέλος, φωτογραφίες των παρευρισκομένων δημοσιεύονται κατά καιρούς στον τοπικό Τύπο.
Διατελώ μεθ"υπολήψεως.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μαύρη χώρα, ζούσε ένας μαύρος άνθρωπος που είχε ένα μαύρο σπίτι, μια μαύρη κόρη και μια μάυρη γκουβερνάντα. Μια μαύρη μέρα η μαύρη νταντά είπε στο μαύρο άνθρωπο:
- Η μαύρη κόρη σου δεν θέλει να φάει. Τι θα κάνουμε;
Ο μαύρος άνθρωπος λοιπόν καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση μέχρι που έφτασε σε ένα μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σεαυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε, πόσο ζυγίζει;
- 10 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει μαύρα
Δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνα, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει
Στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και
Ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Δεν τρώει τίποτα, ό,τι κι αν κάνω.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα φτάνει σε μια μαύρη στεριά και βρίσκει ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 5 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του, μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Τίποτα, μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 1 κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν καμμιά εξέλιξη;
- Όχι τίποτα, δεν τρώει. Πρέπει να κάνετε κάτι.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- Μισό κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά,
Παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο, διασχίζει μια μαύρη έρημο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 100 γραμμάρια κύριε.
- Θα το πάρω.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει τη μαύρη έρημο παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα,
Πάει στο δωμάτιο της κόρης του, της δείχνει το μαύρο κορίτσι και της λέει:
- Να! Έτσι θα γίνεις κι εσύ άμα δεν τρως.