Δημοφιλή ανέκδοτα

Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας ήταν κολλητοί από μικροί, και όπου πήγαιναν, πήγαιναν μαζί.
Ήρθε η στιγμή και ο Γιωρίκας παντρεύεται!
Έγινε ο γάμος και ήταν να πάει το αντρόγυνο ταξίδι του μέλιτος. Και επειδή ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας δεν μπορούσαν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο, αποφάσισαν να πάνε και οι τρεις μαζί στο ταξίδι.
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ζητούν ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και ένα μονόκλινο.
Αλλά ο ξενοδόχος τους λέει ότι έχει μόνο ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι και δεν υπάρχουν άλλα άδεια δωμάτια.
Αναγκάζονται λοιπόν να πάρουν αυτό το δωμάτιο και να κοιμηθούν όλοι μαζί. Πέφτουν να κοιμηθούν, και ο ο Κωστίκας νιώθει ένα χέρι στο πουλί του.
Το πρωί, με τύψεις γιατί θα χαλάσει τον γάμο του φίλου του, αποφασίζει να το πει στον Γιωρίκα:
- Ρε Γιωρίκα, συγνώμη που θα στο πω, αλλά το βράδυ που κοιμόμασταν η γυναίκα σου μου έπιανε το πουλί.
Και λέει ο Γιωρίκας:
- Ρε χαζέ, εγώ σου έπιανα το πουλί, γιατί ήθελα να ξέρω που ακριβώς βρίσκεται!
Ήταν ένας Έλληνας,ένας Ιταλός και ένας Γάλλος σε ένα αεροπλάνο το οποίο έπεσε στην ζούγκλα και τους έπιασαν οι Μαο-Μαο... Ο αρχηγός της φυλής τους λέει:
- Θα σας ρωτήσω κάτι και θα πρέπει να επιλέξετε. Και μετά αναλόγως θα γυρίσετε πίσω στην χώρα σας. Ιταλέ εσύ πρώτος... Για πες μου... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο, είπε ο Ιταλός. Δεν ξέρω τί είναι, αλλά πρέπει να είναι καλύτερο από τον θάνατο.
- Αμπντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Ιταλό και τον πηδάει.
- Γάλλε, έλα εσύ τώρα... Λάλατο ή Θάνατο;
- Λάλατο!
- Αμντουλάχ, λάλατο!
Πιάνει ο Αμπντουλάχ τον Γάλλο και τον πηδάει.
- Έλληνα, για έλα και συ... Λάλατο ή Θάνατο;
- Κοίτα να δεις, φίλε, του λέει ο Έλληνας. Εγώ πούστης στην Ελλάδα δεν γυρνάω... ΘΑΝΑΤΟ!
- Αμπντουλάχ! Λάλατο μέχρι θάνατο!
Ο Βασίλης έβαλε στοίχημα με δύο φίλους του για 1000 Ευρώ ότι θα κοιμηθεί για μια νύχτα στο νεκροταφείο. Πέφτει λοιπόν η νύχτα και μπαίνει μέσα. Αφού πέρασε κάμποση ώρα και ήταν μόνος του ανάμεσα στους τάφους βλέπει ξαφνικά έναν τύπο.
Τον χαιρετάει και του συστήνεται:
- Πάλι καλά που σε βρήκα εδώ και θα μου κάνεις παρέα, γιατί φοβόμουνα πολύ... Εσύ δεν φοβάσαι τα νεκροταφεία; λέει ο Βασίλης στον τύπο.
- Ναι, λέει αυτός, τα φοβόμουνα πολύ όταν ζούσα...
Είναι μαζεμένες ένα κοπάδι πεινασμένες νυχτερίδες μέσα σε μια σπηλιά και συζητάνε για τι άλλο, για το επίμαχο θέμα της τροφής.
Ξαφνικά μπαίνει μια νέα νυχτερίδα στη σπηλιά και είναι όλο το μουσούδι της πασαλειμμένο με φρέσκο αίμα. Κοιτάει ψηλά στο ταβάνι της σπηλιάς, βρίσκει μια άδεια θέση να παρκάρει, κρεμιέται και ετοιμάζεται για ύπνο.
Δεν αργούν όμως να την πάρουν χαμπάρι οι άλλες που η γαργαλιστική μυρουδιά του αίματος τους έχει σπάσει τη μύτη.
- Που το βρήκες βρε συ το αίμα; τη πιέζουνε να τους πει.
Η τυχερή - άτυχη νυχτερίδα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τις πείσει να την αφήσουν ήσυχη να κοιμηθεί, αλλά που αυτές. "Πες μας" και "Πες μας" οι πεινασμένες νυχτερίδες την φέρνουνε στο αμήν.
- Ακολουθείστε με!, τους λέει στο τέλος και αναγκάζεται να ξεβολευφτεί και να βγει από τη σπηλιά. Από πίσω της ακολουθούν εκατοντάδες.
Όλος αυτός ο πεινασμένος συρφετός περνάει μια μεγάλη πεδιάδα, ένα ποτάμι και φτάνει σε ένα μεγάλο και πυκνό δάσος. Εδώ η πρώτη νυχτερίδα κόβει ταχύτητα και αμέσως την περιτριγυρίζουνε όλες οι φίλες της οι οποίες κυριολεκτικά κρέμονται απ το στόμα της.
- Λοιπόν, λοιπόν, λοιπόν; τη ρωτάνε με ανυπομονησία.
- Βλέπετε εκείνο το κάστρο στο βουναλάκι; τους ρωτάει αυτή δείχνοντας ένα τεράστιο παλιό κάστρο.
- Ναι, ναι, ναι, φωνάζουνε οι άλλες.
- Ε λοιπόν εγώ ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΔΑ!