Δημοφιλή ανέκδοτα

Είναι ένας κύριος στο δρόμο και βλέπει στο απέναντι μαγαζί ένα σκύλο να αγοράζει κρέας. Αφού αγόρασε το κρέας ο σκύλος, πληρώνει και καθώς βλέπει πως τα ρέστα είναι λάθος αρχίζει να γαβγίζει για να πάρει τα σωστά ρέστα. Ο σκύλος μετά από αυτό, φεύγει και ο κύριος τον ακολουθεί. Στο δρόμο της επιστροφής ο σκύλος μπαίνει σε ένα φούρνο, αγοράζει ψωμί και γυρίζει σπάτε του. Εκεί, ο σκύλος χτυπάει το κουδούνι με την ουρά του και μετά από λίγο ένας άντρας του ανοίγει την πόρτα, αρπάζει τα πράγματα και κλείνει την πόρτα στα μούτρα του σκύλου. Τότε ο κύριος νευριασμένος τρέχει και χτυπάει την πόρτα. Του ανοίγει την πόρτα ο άντρας και ο κύριος του λέει:
- Τι κάνετε κύριε στο σκύλο;
- Τι εννοείτε;
- Ο σκύλος πήγε και σας αγόρασε όλα αυτά τα πράγματα και εσείς του κλείνετε την πόρτα στα μούτρα;
- Μα φυσικά ! Είναι η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που ξεχνάει τα κλειδιά του!
Στα διόδια των Μαλγάρων κάνει κάποιος ώτο-στοπ για πολύ ώρα, χωρίς όμως επιτυχία. Πάνω που είχε απελπιστεί σταματάει ένα αυτοκίνητο, ανοίγει αυτός την πόρτα του συνοδηγού, μπαίνει μέσα, όμως τη στιγμή που ετοιμάζεται να ευχαριστήσει τον οδηγό, ανακαλύπτει ότι στη θέση του οδηγού δεν υπάρχει κανείς.
Το αυτοκίνητο ωστόσο έχει ξεκινήσει, ενώ ο τύπος τα έχει κάνει επάνω του, πιστεύοντας ότι το αυτοκίνητο είναι στοιχειωμένο. Μη μπορώντας να κάνει τίποτε περιμένει κουβαριασμένος στη θέση του συνοδηγού. Λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη το αυτοκίνητο μπαίνει σε ένα πρατήριο βενζίνης και λίγο μετά ανοίγει την πόρτα του οδηγού ένας κύριος και πάει να καθίσει. Ο τύπος του λέει:
- Μη μπαίνετε κύριε, το αυτοκίνητο είναι στοιχειωμένο.
- Τι στοιχειωμένο ρε μάπα, από τα Μάλγαρα το σπρώχνω...
Είναι τώρα ο λαγός στο δάσος και πάει με το μηχανάκι στη δουλειά του, στο δρόμο συναντάει τον τροχονόμο του δάσους την αλεπού που τον έχει άχτι, τον σταματάει και το ρωτάει:
" Λαγέ γιατί δεν φοράς κράνος; Μα δεν έχεις;" του λέει και τον αρχίζει στης καρπαζιές. Την επόμενη φορά το ίδιο, το ίδιο και το ίδιο, τον είχε ταράξει στη φάπα το λαγό. Μια και δυο ο λαγός πάει και το λέει στο λιοντάρι... "
Λιοντάρι μου το και το η αλεπού, όπου με βλέπει χωρίς κράνος με βαράει και το κάνει μόνο σε μένα, όλα τα άλλα ζώα τα αφήνει ελεύθερα να τριγυρνούν μες στο δάσος, κάνε κάτι να με βοηθήσεις. Πιάνει το λιοντάρι την αλεπού και της λέει:
"Αλεπού αν θες να βαράς το λαγό κάνε το πιο διακριτικά..."
"Δηλαδή;" λέει η αλεπού. "Να την επόμενη φορά που θα σταματήσεις το λαγό στείλ’ τον για τσιγάρα αυτός θα σου φέρει σκληρό τότε βάρεσε τον γιατί ήθελες μαλακό..."
"Εντάξει"
Λέει η αλεπού. Την άλλη μέρα σταματάει η αλεπού το λαγό και του λέει:
"Λαγέ πήγαινε και πάρε μου τσιγάρα"
"Σκληρό η μαλακό;"
Λέει ο λαγός και του λέει η αλεπού:
"Ρε πούστη γιατί δε φοράς κράνος; άρπατες..."
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι.
- "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι.
- "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης.
- "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή.
- "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή.
- "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης.
- "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι.
- "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.
Πού είναι ο Θεός;
Ήταν δύο αδελφάκια 8 και 10 χρόνων τόσο ζωηρά, που έμπλεκαν διαρκώς σε μπελάδες. Κάθε φορά που γινόταν κάτι περίεργο στη μικρή πόλη όπου ζούσαν, οι γονείς τους ήταν σίγουροι πως τα παιδιά τους ήταν ανακατεμένα με κάποιον τρόπο. Οι άνθρωποι είχαν πια χάσει την υπομονή τους ώστε αποφάσισαν κάποια μέρα να στείλουν τα παιδιά στον ιερέα της εκκλησίας της πόλης τους, μήπως και κατάφερνε να τα συνετίσει. Ο ιερέας συμφώνησε και τους ζήτησε να του στείλουν πρώτα τον μικρό και μετά το μεγαλύτερο. Όταν, λοιπόν, πήγε ο οκτάχρονος στην εκκλησία, κάθισε σε ένα σκαμνί απέναντι από τον ιερέα, ο οποίος κοιτάζοντάς τον για λίγο στα μάτια, τον ρωτάει:
- Που είναι ο Θεός;
Τίποτα ο μικρός. Ο ιερέας τον ξαναρωτάει:
- ΠΟΥ είναι ο Θεός;
Πάλι τίποτα ο μικρός. Δίνοντας μεγαλύτερη ένταση στη φωνή του, ο ιερέας ξαναρωτάει το μικρό κουνώντας με στόμφο το δείκτη του χεριού του:
- Που ειναι ο θεοσ;
Αυτή τη φορά, ο πιτσιρίκος σηκώνεται απότομα από το σκαμνί και τρέχει βολίδα για το σπίτι του όπου πάει και κλείνεται μέσα στη ντουλάπα του δωματίου του. Το βλέπει αυτό ο μεγαλύτερος αδερφός και αφού ανοίγει τη ντουλάπα ρωτάει το μικρό τι συνέβη.
- ʼσε! του λέει εκείνος. Αυτή τη φορά είμαστε στ’ αλήθεια ΠΟΛΥ μπλεγμένοι! Έχασαν το Θεό και νομίζουν ότι εμείς τον κρύβουμε!
Ο πρέσβης των ΗΠΑ συζητάει με έναν αφρικανό αξιωματούχο για τα πράματα που η Ρωσία έχει δώσει στην χώρα του δεύτερου.
- Μας έχουν δώσει πολλά αγαθά, εργοστάσια, αεροδρόμια, φράγματα, τεχνολογική βοήθεια και φυσικά την ρωσική ρουλέτα!
- Ναι αλλά αυτό το τελευταίο δεν είναι και πολύ ωραίο παιχνίδι έτσι δεν είναι; ρίχνει το καρφί του ο αμερικάνος.
- Ναι έχετε δίκιο γι αυτό και την αλλάξαμε λίγο στην αφρικάνικη έκδοση, λέει ο αφρικανός και χτυπάει παλαμάκια.
Σε ένα δευτερόλεπτο εμφανίζονται 10 ολόγυμνες γκομενάρες, πρόθυμες για τα πάντα.
- Διαλέξτε μια για να σας πάρει πίπα, λέει ο αφρικάνος στον έκπληκτο αμερικάνο.
- Καλά ρωτά αυτό τι σχέση έχει με την ρώσικη ρουλέτα;
- Μια από αυτές είναι κανίβαλος!