Είναι μια καλόγρια και περπατώντας προς το μοναστήρι της βλέπει μια Φερράρι που την οδηγεί μια θεογκόμενα. Σταματάει τη Φερράρι και η γκόμενα την ρωτά που πάει. - Στο μοναστήρι, απαντά. - Μπες μέσα θα σε πάω εγώ, λέει η γκόμενα στην καλόγρια. Στο δρόμο ρωτάει η καλόγρια. - Ωραίο φόρεμα! Που το βρήκες; - Α, δεν είναι τίποτα από μια πίπα το πήρα. Μετά απο λίγο... - Το δαχτυλίδι από που το πήρες; - Έλα μωρέ ένα γαμισάκι ήταν. Μετά απο λίγο... - Και το αμάξι ωραίο από που το πήρες; - Σιγά, από μια παρτούζα το πήρα. Φτάνοντας στο μοναστήρι και αφού ευχαριστεί την γκόμενα χτυπάει το κουδούνι. Της ανοίγει ο καλόγερος και της λέει. - Γειά σου μωρό μου. Και η καλόγρια εκνευρισμένη: - Αντε παράτα με εσύ και τα λουκούμια σου!
Είναι μια καλόγρια και περπατώντας προς το μοναστήρι της βλέπει μια Φερράρι που την οδηγεί μια θεογκόμενα. Σταματάει τη Φερράρι και η γκόμενα την ρωτά που πάει.
- Στο μοναστήρι, απαντά.
- Μπες μέσα θα σε πάω εγώ, λέει η γκόμενα στην καλόγρια.
Στο δρόμο ρωτάει η καλόγρια.
- Ωραίο φόρεμα! Που το βρήκες;
- Α, δεν είναι τίποτα από μια πίπα το πήρα.
Μετά απο λίγο...
- Το δαχτυλίδι από που το πήρες;
- Έλα μωρέ ένα γαμισάκι ήταν.
Μετά απο λίγο...
- Και το αμάξι ωραίο από που το πήρες;
- Σιγά, από μια παρτούζα το πήρα.
Φτάνοντας στο μοναστήρι και αφού ευχαριστεί την γκόμενα χτυπάει το κουδούνι.
Της ανοίγει ο καλόγερος και της λέει.
- Γειά σου μωρό μου.
Και η καλόγρια εκνευρισμένη:
- Αντε παράτα με εσύ και τα λουκούμια σου!