Ο Βασίλης έβαλε στοίχημα με δύο φίλους του για 1000 Ευρώ ότι θα κοιμηθεί για μια νύχτα στο νεκροταφείο. Πέφτει λοιπόν η νύχτα και μπαίνει μέσα. Αφού πέρασε κάμποση ώρα και ήταν μόνος του ανάμεσα στους τάφους βλέπει ξαφνικά έναν τύπο.
Τον χαιρετάει και του συστήνεται:
- Πάλι καλά που σε βρήκα εδώ και θα μου κάνεις παρέα, γιατί φοβόμουνα πολύ... Εσύ δεν φοβάσαι τα νεκροταφεία; λέει ο Βασίλης στον τύπο.
- Ναι, λέει αυτός, τα φοβόμουνα πολύ όταν ζούσα...
Ο Καβάφης είναι καλεσμένος σε δείπνο. Όπως είναι από τη δουλειά και με ρούχα εργασίας, πηγαίνει στο σπίτι στο οποίο ήταν καλεσμένος. Στην πόρτα όμως τον σταματάει ο υπηρέτης και τον ρωτάει τι θα ήθελε.
- Εκείνος του απαντάει ότι είναι καλεσμένος στο τραπέζι. Ο υπηρέτης του λέει ότι αν θέλει να φάει θα πρέπει να πάει στην κουζίνα και να γυρέψει φαγητό από την μαγείρισσα, επειδή δεν ήταν καλά ντυμένος για να παρουσιαστεί στο τραπέζι.
- Φεύγει λοιπόν ο Καβάφης αγανακτισμένος και πάει σπίτι του να αλλάξει. Επιστρέφει μετά από λίγο και ο υπηρέτης τον αφήνει τελικά να περάσει. Στο δείπνο το πρώτο πιάτο ήταν σούπα. Όλοι έτρωγαν λοιπόν, όταν ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι ο Καβάφης έχυνε τη σούπα του στο μανίκι του! -Έκπληκτος ο οικοδεσπότης τον ρωτάει γιατί το κάνει αυτό, και τότε ο Καβάφης του λέει: Μα, κύριε, όπως διαπίστωσα δεν έχετε καλέσει εμένα για φαγητό, αλλά το κουστούμι μου!