Κάποτε λοιπόν σε περίοδο εξετάσεων ένας καθηγητής με ένα πρωτότυπο τρόπο ξεκίνησε να εξετάζει τους μαθητές .
Έβαζε λοιπόν έναν - έναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο άδειο με ένα κλειστό παράθυρο .
Μπαίνει ο πρώτος εξεταζόμενος . Του λέει ο καθηγητής :
- Θέλω να μου πεις αν ζεσταίνεσαι τώρα .
- Βέβαια , του απαντάει ο μαθητής .
- Τι θα κάνεις λοιπόν ;
- Θα ανοίξω το παράθυρο .
- Ωραία , πες μου λοιπόν , έξω η θερμοκρασία είναι 23 c , o αέρας έχει ταχύτητα ... , άμα ανοίξουμε το παράθυρο τι θερμοκρασία θα έχει εδώ μέσα και σε πόση ώρα θα δροσίσει στο χώρο ;
- Ο μαθητής είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό . Που να σκεφτεί και τι να απαντήσει . Σκέφτεται , σκέφτεται και στο τέλος απαντά ότι του είναι αδύνατο να απαντήσει .
Έτσι λοιπόν μπήκαν και βγήκαν σχεδόν αμέσως πολλοί .
Ο τελευταίος λοιπόν βγαίνοντας λέει στον επόμενο που ήταν έτοιμος να μπει :
- Πες του ότι σου έρθει αλλά πρόσεχε μην ανοίξεις το παράθυρο !
Μπαίνει μέσα λοιπόν το παιδί , του κάνει την ερώτηση ο καθηγητής αν ζεσταίνεται και ο μαθητής του απαντάει όχι .
- Σε βλέπω όμως ότι παρόλα αυτά εσύ ζεσταίνεσαι .
Βγάζει λοιπόν ο μαθητής την γραβάτα του . Συνέχιζε όμως και ζεσταινόταν πολύ και κάθε φορά που τον ρώταγε ο καθηγητής αυτός του απαντούσε ότι θα έβγαζε ένα ρούχο παραπάνω . Κάποια στιγμή λοιπόν μένει μόνο με το σλιπάκι του . Τον βλέπει λοιπόν ο καθηγητής και του λέει :
- Σε βλέπω όμως ότι παρόλο που είσαι γυμνός ζεσταίνεσαι ακόμα . Και ο μαθητής όλο νεύρα ..
- Κοιτάξτε να δείτε μπορεί να κάτσω να με πηδ*** αλλά το παράθυρο δεν το ανοίγω ότι και αν μου πείτε εσείς ... !
Ενας κύριος περπατώντας μια μέρα στο Μοναστηράκι βρήκε και αγόρασε ένα πολύ παλιό λυχνάρι.
Οταν γύρισε στο σπίτι του εκεί που το επεξεργαζόταν , πετάγεται από μέσα ένα τεράστιο τζίνι .- Μη φοβάσαι , του λέει . Είμαι το τζίνι του λυχναριού . Είμαι κλεισμένος εδώ μέσα για πάνω από 100 χρόνια . Για να σε ευχαριστήσω που με ελευθέρωσες θέλω να που πεις μια επιθυμία σου και θα στην εκπληρώσω αμέσως . Σκέπτεται , σκέπτεται ο κύριος και τέλος του λέει :
- Εχω ένα σπιτάκι στα Χανιά που μ αρέσει να πηγαίνω να ξεκουράζομαι . Το αεροπλάνο το φοβάμαι , με το πλοίο είναι ταλαιπωρία . Αυτό που θα ήθελα να κάνεις είναι να φτιάξεις μια γέφυρα που να ενώνει την Αθήνα με την Κρήτη για να μπορώ να πηγαίνω στο χωριό εύκολα και γρήγορα .
- Απαπαπαπα ! Αδύνατον ! Αυτό δε γίνεται ! Ξέρεις πόσο τσιμέντο και πόσο σίδερο θα χρειαστώ ; Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα άσφαλτο πρέπει να φτιάξω ; Πόσοι εργάτες πρέπει να δουλέψουν ; Ξέρεις πόσο ψηλή πρέπει να γίνει η γέφυρα για να περνάνε τα πλοία από κάτω ; Σε παρακαλώ , ζήτησέ μου κάτι άλλο ! - Καλά , τότε θα σου ζητήσω κάτι άλλο που με βασανίζει χρόνια τώρα . Εξήγησέ μου σε παρακαλώ πώς λειτουργεί το γυναικείο μυαλό , πώς σκέπτονται οι γυναίκες ;Και το τζίνι απαντά :
- ... Από πού είπες ότι θέλεις να ξεκινά η γέφυρα ;
Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο κυρ-Γιώργης γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά.
Καθώς προχωρούσε κατά μήκος του ήσυχου συνοικιακού δρόμου που βρισκόταν το σπίτι του, βλέπει τον φίλο του τον Νώντα να κάθεται σκεφτικός στα σκαλοπάτια του δικού του σπιτιού, που βρισκόταν στον ίδιο δρόμο και σε μικρή απόσταση από το δικό του.
- Τί συμβαίνει,Νώντα; Γιατί κάθεσαι εδώ με τέτοιο κρύο;
- Τί να γίνει, ρε Γιώργη, να... καπνίζει το τζάκι μου απόψε και βγήκα να πάρω μια ανάσα, με έπνιξε, βλέπεις ο καπνός...
- Α! Αυτό δεν είναι πρόβλημα,αδελφέ! Εγώ ξέρω από τέτοια, πάω μέσα να βρω την αιτία αμέσως...
Ανέβηκε τα λιγοστά σκαλιά τρέχοντας και πριν προλάβει ο Νώντας να πει λέξη, έσπρωξε τη πόρτα και μπήκε μέσα. Την ίδια στιγμή όμως μπαμ! του ήρθε ένα κούτσουρο, από κείνα που ήσαν δίπλα στο τζάκι, στο κεφάλι, ενώ μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να στριγγλίζει και να λέει.
- Τόλμησες και μπήκες μέσα πάλι, βρε μπεκρούλιακα; Τσακίσου και βγες έξω, εκεί, στα σκαλιά θα κοιμηθείς απόψε...
Γύρισε ο καημένος ο κυρ-Γιώργης μπρος πίσω και κατέβηκε τα σκαλιά.
Περνώντας δίπλα από τον Νώντα που καθόταν εκεί, στην ίδια θέση ακούνητος, τον χτύπησε με συμπόνια στην πλάτη και του είπε.
- Μη στενοχωριέσαι, ρε φίλε! Πολλές φορές και το δικό μου τζάκι καπνίζει, τί να κάνουμε;