Είναι τέσσερις φίλοι σένα καφέ και συζητάνε .
Κάποια στιγμή η συζήτηση φτάνει στο θέμα "ποιός τρώει το μεγαλύτερο κέρατο! "Και λέει ο πρώτος το μεγαλύτερο κέρατο το τρώνε οι στρατιωτικοί. Γιατί το λές αυτό; του λέει ο δεύτερος. Γιατί, εξηγεί , λείπουν συνέχεια από το σπίτι , τρέχουν απο εδώ και από εκεί με ασκήσεις και ιστορίες τι να κάνει η γυναίκα μόνη τόσο ελεύθερο χρόνο έχει , να μην τον γεμίσει; Δεν συμφωνώ λέει ο δεύτερος , εγώ πιστεύω πως το χειρότερο κέρατο το τρώνε οι γιατροί . ΄Γιατί το λές αυτό του λένε οι άλλοι ,και συνεχίζει εξηγόντας, έκει που κάθονται όμορφα και ωραία με την οικογένεια χτυπάει το κινητό τους , όχι εφημερίες , όχι ιστορίες σχεδόν ολημερίς και οληνυκτίς λείπουν . Όχι πετάγεται ο τρίτος , το χειρότερο κέρατο το τρώνε λέει οι ναυτικοί . Γιατί λείπουν κανα 6μηνο , τι να σου κάνει γυναίκα μόνη τόσο καιρό . Ο τέταρτος της παρέας δεν μιλούσε και άκουγε μόνο πικραμένος . Τι έχεις ρε, του λένε οι άλλοι. Εσύ γιατί δεν λες τίποτα; Και απαντάει : τι να πω και εγώ που έιμαι Στρατιωτικός Γιατρός του Πολεμικού Ναυτικού !
Η φούσκα.
Συναντάει ο Κωστίκας το Γιωρίκα και αρχίζει να του λέει ένα περίεργο όνειρο που είδε εχθές το βράδυ στον ύπνο του.
Κ: Είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο!
Γ: Τι είδες;
Κ: Είδα ότι πήγα στον παράδεισο, συνάντησα τον Αγιο Πέτρο και μου είπε πολλά πράγματα και μεταξύ άλλων να προσέχω να μην πατήσω τη φούσκα...
Γ: Τη φούσκα;
Κ: Ναι. Ούτε εγώ κατάλαβα τι ήθελε να πει αλλά δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω τι είναι. Προχωράω, που λες, και βλέπω το Μιχαλάκη αγκαλιά με μια γυναίκα σκέτη αηδία, γριά με ρυτίδες, χοντρέλα, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Γιαχ!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Του μίλησα λοιπόν και τον ρώτησα τι γίνεται εδώ. Μου είπε ότι πάτησε τη φούσκα και εξαφανίστηκαν δια μαγείας. Συνεχίζω εγώ αλλά πάλι το ίδιο.
Γ: Δηλαδή;
Κ: Να, βλέπω το Αντρέα αγκαλιά με μια γυναίκα σκέτη αηδία, γριά με ρυτίδες, χοντρέλα, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Πω, πω!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Συνεχίζω εγώ αλλά να σου εσύ με μια γκομενάρα, με στήθη Πάμελας, με κόλο τεράστιο, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Αμάν!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Λέω λοιπόν:
- "Ωπ, τι γίνεται εδώ;"
Και μου απαντάει η γκόμενα:
- "Ασε πάτησα τη φούσκα."
Δύο συμμαθητές συναντιούνται μετά από πολύ καιρό. Ο ένας πενθεί. Κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Tι έγινε ρε; Ποιος πέθανε;
- Η μάνα μου. Μια μέρα εκεί που καθόταν μέσα στο σπίτι ακούει φασαρία. Βγαίνει στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται, σκύβει, γλιστράει και πέφτει...
- Κι εκεί πέθανε;
- ... Όχι έχει και συνέχεια. Από κάτω περνούσε ένα τσίρκο, έπεσε πάνω στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναπετάει πάνω, πάει να πιαστεί από την πόρτα φεύγει η πόρτα ξαναπέφτει κάτω...
- Κι εκεί πέθανε;
- Όχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού, σπάνε. Ξαναπέφτει κάτω...
Κι εκεί πέθανε;
- ΄Οχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κεραμίδια, κατεβάζει δυο σειρές κεραμίδια ξαναπέφτει κάτω, (μη με διακόψεις, δεν πέθανε εδώ), το τραμπολίνο την ξαναστέλνει πάνω κι εκεί βγαίνει ο πατέρας μου με την καραμπίνα και κουνώντας την σημαδεύει τη μάνα μου την πυροβολεί και φωνάζει:
- Μωρή θα μου το γκρεμίσεις το σπίτι!
Πάνε στον βασιλιά Σολομώντα, τον ονομαστό έως τις μέρες μας για την σοφή κρίση του στις δύσκολες περιστάσεις, δύο υποψήφιες πεθερές με ένα παλικάρι και τσακώνονται:
Σολομών: Τι τρέχει;
Γυναίκα Α : Ω Μεγάλε Βασιλεύ, ο γαμπρός αυτός είναι δικός μου, την κόρη μου
Θα παντρευτεί.
Γυναίκα Β: Όχι Μεγαλειότατε, την δική μου κόρη θα πάρει.
Γυναίκα Α: Τη δική μου αγαπάει εδώ και χρόνια.
Γυναίκα Β: Ψεύτρα. Τη δική μου αγαπάει. Ασε που η δική μου τον αγαπάει πιο πολύ κι από τη ζωή της. Τον φροντίζει, του έχει συμπαρασταθεί στις πιο δύσκολες στιγμές.
Γυναίκα Α: Ποιες δύσκολες στιγμές και κουραφέξαλα που αν δεν ήταν η δική μου...
Σολομών: Ησυχία! Κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Στρατιώτη, φέρε μου το σπαθί μου. Πρέπει να βρούμε μια δίκαιη και ισότιμη λύση. Να τι θα κάνουμε:
Θα κόψουμε το παλικάρι στην μέση
Και θα πάρει η κάθε μία σας από ένα μισό.
Γυναίκα Α: Ω σοφέ Βασιλιά. Ποιος θα περίμενε μια τόσο σοφή λύση. Ναι, η γνώμη σας είναι διαταγή για μένα.
Γυναίκα Β: Όχι Βασιλιά μου, για όνομα του Θεού, μην το κόψεις το παλικάρι.
Δεν πειράζει, δωσ το στην κόρη της άλλης.
Και ο πάνσοφος Βασιλιάς απαντάει:
Η πρώτη κυρία είναι η πραγματική πεθερά.