Ο Κωστάκης και η μερέντα.
Ο μπαμπάς θέλει να κουτουπώσει την μαμά αλλά θα το καταλάβει ο Κωστάκης.
Τι να κάνει λοιπόν σκέφτεται και του έρχεται μια ιδέα.
- Κωστάκη θέλεις μια φέτα ψωμί να τη φας στο μπαλκόνι;
Όχι... Λέει με νεύρα ο Κωστάκης.
- Θέλεις μια φρατζόλα και όλο το κουτί να τα φας έξω;
Όχι είπα!Λέει και πάλι..
- Θέλεις να παίξουμε ένα παιχνίδι;
Ναι λέει με χαρά... Βαρέθηκα να κάθομαι.
- Ωραία τότε θα βγεις στο μπαλκόνι και όταν σε ρωτάω τι βλέπεις θα μου απαντάς και εάν είναι αλήθεια θα σου δίνω ένα ευρο.
Α-λλά θα σου τα δώσω όλα μαζί στο τέλος
Εντάξει μπαμπά.
Πάει ο Κωστάκης στο μπαλκόνι και ο μπαμπάς αρχίζει το κουτούπωμα.
- Κάποια στιγμή τον Ρώτα... Τι βλέπεις έξω;
Περνά ένα κόκκινο αμάξι μπαμπά.
- Μπράβο Κωστάκη μετά θα σου δώσω ένα ευρο.
Συνεχίζεται το κουτούπωμα και ξαναρωτά.
- Τι βλέπεις έξω;
Περνά μια γιαγιά μπαμπά.
- Μπράβο Κωστάκη.
- Μετά από λίγο ... Τι βλέπεις έξω;
Ο κύριος Γιώργος κουτουπώνει την κύρια Μαρία απέναντι.!
- Τι;Βλέπει τέτοια πράματα το παιδί μου!Τρέχει έξω ο μπαμπάς,κοιτάει και λέει.
- Μα καλά αφού είναι κλειστά τα παράθυρα πως το κατάλαβες;
Καλά ρε μπαμπά δεν βλέπεις την Τιτίκα στο μπαλκόνι που τρώει μερέντα!.
.
Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Καύσωνας. Ο κύριος Πετρίδης επιστρέφει στο διαμέρισμα του κάπου στην άκρης της πόλης μετά από ένα κουραστικό πρωινό στο γραφείο του. Παρκάρει το αυτοκίνητο του και με το χαρτοφύλακα στο χέρι, ξεκινάει να διασχίσει το δρόμο για να μπει στην είσοδο του κτιρίου όπου μένει. Στα μισά του δρόμου αντιλαμβάνεται τον ιδρωμένο σωματώδη τύπο που έχει μόλις ξεφορτώσει δύο φέρετρα από το φορτηγάκι του και τα έχει ακουμπήσει στον τοίχο της πολυκατοικίας για να ξαποστάσει.
- Μπα, ποιος να πέθανε, εδώ στην πολυκατοικία. Κάποιος ηλικιωμένος δεν άντεξε τον καύσωνα μάλλον.
Συνεχίζει να περπατάει, αλλά ο ιδρωμένος τύπος τον κοιτάει περίεργα. Μόλις φτάνει να μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας, ο τύπος αποφασίζει να του μιλήσει:
- Μπορείτε μήπως να με βοηθήσετε να μεταφέρω τα φέρετρα μέχρι τον τρίτο όροφο; Κάνει πολύ ζέστη για να το κάνω μόνος μου.
Ο κύριος Πετρίδης το σκέφτεται λίγο και δέχεται. Στο πίσω μέρος του μυαλού του όμως αναρωτιέται ποιος είναι αυτός που έμενε στον ίδιο όροφο με αυτόν και πέθανε. Βάζουν τα φέρετρα το ένα πάνω στο άλλο, το ακουμπάν πάνω στους ώμους τους, και ξεκινάνε να σκαρφαλώνουν τις σκάλες... Φτάνουν στον τρίτο όροφο και περπατάνε προς της δεξιά μεριά του διαδρόμου, ανησυχητικά κοντά στην είσοδο του διαμερίσματος του κυρίου Πετρίδη. Τελικά ο φορτωμένος εργάτης αποφασίζει ότι έφτασε στον προορισμό του και ακουμπάνε τα φέρετρα ακριβώς πλάι στην είσοδο του διαμερίσματος του κυρίου Πετρίδη. Γεμάτος απορία, προσπαθεί να βρει μερικές εξηγήσεις:
- Μα καλά, αυτό είναι το διαμέρισμα που μένω εγώ. Τι θέλει ένα ζευγάρι φέρ..
- Είστε ο κύριος Πετρίδης; Δεν το κατάλαβα τόση ώρα. Έφερα τα παιδιά από την κατασκήνωση.
- Ένας Ζητάς βλέπει μία Πόρσε να πηγαίνει πλακωμένη.
Την ακολουθεί, κάνει σήμα στον οδηγό να σταματήσει, τίποτα αυτός γκαζώνει και φεύγει. ακολουθεί τρελή καταδίωξη μέχρι που τον στριμώχνει σε ένα φανάρι.
- Γιατί τρέχατε κύριε; τον ρωτάει ο Ζητάς.
Είναι να μην τρέχω, αφού έχω το πτώμα της γυναίκας μου στο πορτ μπαγκαζ; λέει ο οδηγός. Κάτσε να σου δώσω το πιστόλι ,στο ντουλαπάκι το έχω.
- Ακίνητος του φωνάζει ο Ζητάς και βγάζει το πιστόλι του. Ειδοποιεί αμέσως το κέντρο και σε λίγο πλακώνουν τα περιπολικά.
Τι συμβαίνει ,ρωτάει ο επικεφαλής.
- Να κύριε διοικητά έχει πτώμα στο πορτ μπαγκάζ. ανοίγουν, κοιτάνε, τίποτα. Δεν είναι δυνατόν , λέει ο Ζητάς, έχει και πιστόλι στο ντουλαπάκι.
Κοιτάνε, τίποτα. Καλά, λέει ο επικεφαλής στο Ζητά, τρελός είσαι;
- Γυρίζει τότε ο οδηγός και λέει: σε λίγο θα σας πει πώς έτρεχα κιόλας!