Ένας ταβερνιάρης είχε ένα παπαγάλο και του λέει:
- "Φεύγω για μια ώρα από το μαγαζί. Αν έρθει το βυτίο με το πετρέλαιο πες τους να βάλουν 1 τόνο".
Έρχεται το βυτίο, βλέπουν τον παπαγάλο και του λένε:
- "Πού είναι το αφεντικό;"
- "Έφυγε", τους λέει αυτός, "βάλτε 3 τόνους και αφήστε το τιμολόγιο στο τραπέζι."
Γυρνάει ο ταβερνιάρης βλέπει ότι αγόρασε 3 τόνους και ουρλιάζει στο παπαγάλο:
- "Ένα τόνο δε σου είπα ρε, γιατί τους είπες 3;"
Τον αρπάζει και το σταυρώνει με τα φτερά ανοιχτά. Έπειτα του λέει:
- "Μια βδομάδα θα μείνεις εκεί."
Ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του μια εικόνα του Χριστού στο σταυρό και ακούει μέσα από την εικόνα μια φωνή:
- "Πλάσμα του Θεού, πόσο καιρό θα είσαι σταυρωμένο;"
Λέει ο παπαγάλος:
- "Μια βδομάδα, εσύ πόσο καιρό είσαι στο σταυρό;"
Του απαντάει η φωνή:
- "2000 χρόνια!"
Έκπληκτος ο παπαγάλος του λέει:
- "Καλά ρε μεγάλε πόσο πετρέλαιο παράγγειλες;"
Ένας βλάχος ενώ κυκλοφορούσε κοντά σε ένα σχολείο στην Αθήνα, άκουσε τον δάσκαλο να λέει στους μαθητές:
- Μάθετε ρε μοσχάρια γράμματα για να γίνετε άνθρωποι!
Τρελάθηκε ο βλάχος. Δεν το ήξερα λέει ότι όταν μάθουν τα μοσχάρια γράμματα γίνονται άνθρωποι...
Μια και δυο πηγαίνει στο χωριό του και αφού παίρνει ένα μοσχάρι από το κτήμα του, γυρνάει στο σχολείο. Πηγαίνει στον επιστάτη και του λέει ότι θέλει να αφήσει το μοσχαράκι του να μάθει γράμματα για να γίνει άνθρωπος και πότε πρέπει να έρθει να το πάρει.
Ο επιστάτης πονηρά σκεπτόμενος του λέει να έρθει σε τρία χρόνια να το πάρει.
Πραγματικά ο βλάχος μετά από τρία χρόνια, συνεπής στο ραντεβού του, πάει στο σχολείο. Συναντάει ένα καινούργιο επιστάτη και τον ρωτάει για την τύχη του μόσχου του.
- Παρακαλώ ήρθα να πάρω τον μόσχο μου.
(Συμπτωματικά τον διευθυντή του σχολείου τον έλεγαν Μόσχο)
- Τον Κ. Μόσχο; ρωτάει ο επιστάτης.
- Όοπα! Κύριος; το μοσχαράκι μου;
- Δεν σας καταλαβαίνω του λέει ο επιστάτης, αλλά αν θέλετε τον Κύριο Μόσχο περάστε στην τρίτη πόρτα δεξιά.
Πηγαίνει λοιπόν ο βλάχος μας συγκινημένος και βλέπει ένα κουστουμαρισμένο και κομψό κύριο.
- Μοσχαράκι μου! του λέει, τι κάνεις; με θυμάσαι;
- Σας παρακαλώ κύριε... του λέει ο διευθυντής.
- Μοσχαράκι μου δεν με θυμάσαι που σε έφερα από το χωριό, έμαθες γράμματα και έγινες άνθρωπος, σε μένα το χρωστάς.
- Περάστε έξω κύριε αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία.
Εξωργισμένος ο βλάχος φεύγει και σε μια εβδομάδα επιστρέφει με μια αγελάδα στο σχολείο.
Νευριασμένος ανοίγει την πόρτα του διευθυντή κρατώντας τον από τα πετά και δείχνοντας του την αγελάδα του λέει:
- Καλά ρε πούστη, εμένα δεν με θυμάσαι, την μάνα σου ρε δεν την θυμάσαι;
Ο Ζωολογικός κήπος αποφάσισε να χαρίσει την ελευθερία σε μια ζέβρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί τους. Έτσι την έστειλαν σε ένα ήρεμο αγρόκτημα.
- Όταν έφθασε εκεί, στο πρώτο ζώο που συνάντησε είπε:
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι η αγελάδα, απάντησε αυτή.
- Και τι κάνεις εδώ; Ρώτησε η ζέβρα; - Κάνω γάλα για τον αφέντη μου και μου το αρμέγουν κάθε μέρα, απάντησε η αγελάδα. Πιο κάτω, συνάντησε άλλο ζώο.
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι η κότα, απάντησε αυτή.
- Και τι κάνεις εδώ; Ρώτησε πάλι η ζέβρα.
- Κάνω αυγά για το αφεντικό μου κάθε μέρα, απάντησε η κότα. Πιο κάτω συνάντησε ένα άλογο.
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι ένα άλογο, απάντησε αυτό.
- Και τι κάνεις εδώ; ξαναρώτησε η ζέβρα.
- Βγάλε τις πιτζάμες σου, για να σου δείξω.
Μια μέρα του καλοκαιριού ήταν στην παραλία ένας Αγγλος, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Ξαφνικά ήρθε ένας μαυροφορεμένος άνθρωπος και τους είπε:
- Είμαι ο Χάρος, ήρθε η ώρα σας.
- Μα γιατί; Είμαστε νέοι ακόμα!
- Καλά, θα σας δώσω μία τελευταία ευκερία. Ένας ένας θα πετάξει και από ένα αντικείμενο στη θάλασσα, θα στείλω τους βοηθούς μου τα Χαράκια να το βρουν!
Αμα το βρουν θα σας κόψω το κεφάλι, άμα δεν το βρουν θα σας χαρίσω τη ζωή σας.
Πάει ο Αγγλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και μετά από περίπου 1 ώρα ήρθαν και τον ρώτησαν:
- Δικό σου είναι αυτό το κουμπί;
- Ναι.
Χρακ το κεφάλι!
Πάει ο Γάλλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Στέλνει ο Χάρος τους βοηθούς του, και μετά από 2 ώρες ήρθαν και ρώτησαν τον Γάλλο:
- Δική σου είναι αυτή η τρίχα;
- Ναι
Χρακ το κεφάλι!
Πάει και ο Έλληνας σκέφτεται, σκέφεται, σκέφτεται. Τελικά κάτι έριξε κάτι και ο Έλληνας.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και περιμένει, περιμένει και μετά από 5 ώρες ήρθαν και είπαν στο Χάρο:
- Αφεντικό, δεν βρήκαμε τίποτα.
Και τότε ο Χάρος στον Έλληνα:
- Καλά! Σου χαρίσω τη ζωή σου. Αλλά πές μου, τι στο καλό έριξες;
Και ο Έλληνας απαντά με καμάρι:
- Ένα ντεπόν αναβράζον!
·Ένας σκύλος μπαίνει σε ένα κρεοπωλείο, πλησιάζει τον χασάπη και του γαυγίζει.
Ο χασάπης τον ρωτάει τι θέλει. Ο σκύλος πηγαίνει εκεί που ήταν το χοιρινό και γαυγίζει. Ο χασάπης πάλι με την σειρά του τον ρωτάει πόσες χοιρινές μπριζόλες θέλει. Ο σκύλος γαυγίζει τέσσερις φορές, και αμέσως πηγαίνει δίπλα στο ταμείο για να πάρει το ανάλογο ποσό ο χασάπης από το πορτοφόλι που είχε
Στο περιλαίμιο του. Ο χασάπης παίρνει τα χρήματα και φορτώνει το σκύλο με το κρέας.
Παραξενευμένος ένας πελάτης αποφασίζει να παρακολουθήσει το σκύλο. Μετά από μερικά τετράγωνα, ο σκύλος πηγαίνει σε κάποιο σπίτι και γρατζουνά την πόρτα.
Και μετά από λίγο το αφεντικό του, του ανοίγει την πόρτα.
Ενθουσιασμένος ο παρατηρητής φωνάζει στο αφεντικό του σκύλου:
- Κύριε μου έχετε ένα πολύ έξυπνο σκύλο!
- Μπα, δεν είναι και τόσο έξυπνο... πάλι ξέχασε τα κλειδιά του...
Αυτό είναι θράσος!
Πάει κάποιος σε ένα μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του μπάρμαν:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Τα βάζει ο μπάρμαν, πίνουν όλοι και ξαφνικά ο τύπος το βάζει στα πόδια και εξαφανίζεται χωρίς να προλάβουν να τον πιάσουν.
Την επόμενη μέρα, ο θρασύτατος επιστρέφει στο μπαρ. Έλειπε ο μπάρμαν που ήταν εκεί την προηγούμενη και είναι το αφεντικό. Λέει ο τύπος τα ίδια στο αφεντικό:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Πίνουν τα ποτά και πάει ο τύπος να το σκάσει. Πριν προλάβει όμως να φτάσει στην πόρτα, το πιάνουν οι μπράβοι του μαγαζιού και τον κάνουν τόπι στο ξύλο...
Την επομένη ξανάρχεται στο μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του αφεντικού:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα και κέρνα όλο το μαγαζί. Εσένα δεν σε κερνάω γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τι κάνεις!
Ήταν ο Τοτός με άλλα 2 παιδιά μέσα στο γραφείο του διευθυντή στο σχολείο. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα ήταν παλι στο γραφείο ο Τότος με αλλά 2 παιδιά. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στο τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα πάλι ο Τοτός με 2 παιδιά στο γραφείο και ένα παιδί που ήταν με όλο του το σώμα στο γύψο. Ρωτάει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή!,λέει ο διευθυντής.
- Εσύ τι έκανες Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο κύριε, λέει αυτός.
Και ποιος είναι αυτός που έφερες μαζί σου Τοτέ; ρωτάει ο διευθυντής.
Ο Στραγαλάκης κύριε!
Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».