Skip to main content
Μια φαρμακερή χειμωνιάτικη μέρα. ένας γέρος, στη μέση μιας παγωμένης λίμνης ανοίγει μια τρύπα στον πάγο, ρίχνει την πετονιά και περιμένει τα ψάρια να δαγκώσουν...
Μια ώρα και ούτε ένα τσίμπημα...
Να σου έρχεται ένας νεαρούλης, ανοίγει κι αυτός μια τρύπα λίγο παραδίπλα και ρίχνει την πετονιά του... Δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό και ΧΡΑΠ! Ένα τεράστιο φαγκρί δαγκώνει το αγκίστρι. Ο νεαρούλης τραβάει έξω το φαγκρί και ο γέρος δεν πιστεύει στα μάτια του.
"Δεν βαριέσαι, απλή κωλοφαρδία..." σκέφτηκε.
Ο νεαρούλης όμως ξαναρίχνει την πετονιά, δεν περνάει ένα λεπτό και ΧΡΑΠ, δεύτερο φαγκρί!
Στα επόμενα πέντε λεπτά ο νεαρούλης βγάζει άλλα 4 ψάρια. Ο γέρος τραβούσε τα βυζιά του...
Τελικά δεν κρατήθηκε, πάει στον νεαρό:
- Ξέρεις, εγώ έχω πάνω από μία ώρα εδώ, και ούτε ένα ψάρι δεν δάγκωσε... Εσύ σε δέκα λεπτά έχεις βγάλει μισή ντουζίνα. Πώς τα καταφέρνεις;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Τί;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Μίλα καθαρά, ρε φίλε, δεν καταλαβαίνω ούτε λέξη, λέει ο γέρος.
Κι ο νεαρός, φτύνοντας στη χούφτα του:
- Πρέπει να κρατάς τα σκουλήκια ζεστά...
Ατάκες για καμάκι:
01. Μήπως είσαι κουρασμένη; Ερχόσουν στο μυαλό μου όλη μέρα.
02. Ωραίο φόρεμα. Θα έδειχνε πολύ πιο όμορφο κρεμασμένο στο δωμάτιό μου.
03. Συγγνώμη, έχασα τον αριθμό του τηλεφώνου μου, μήπως μπορείτε να μου δανείσετε τον δικό σας;
04. Γά**σέ με αν κάνω λάθος, αλλά Ανδρομέδα δεν λέγεσαι;
05. Αν ήμασταν σκιουράκια θα έβαζα ένα φουντούκι στην τρύπα σου.
06. Αυτό το φόρεμα φαίνεται σπουδαίο επάνω σου! Επίσης και εγώ επάνω σου καλά θα έδειχνα!
07. Παίρνεις πί**ς σε αγνώστους; Όχι; Τότε να σου συστηθώ, λέγομαι Ρούλης.
08. Ε, μωρό, θες να φάμε πίτσα και να γαμ**ε; Όχι; Γιατί, δεν σου αρέσει ηπίτσα;
09. Είμαι καινούργιος στην πόλη, μπορείς να μου δώσεις οδηγίες για να βρω το σπίτι σου ;
10. Ξέρεις τι θα πήγαινε όμορφα επάνω σου; Εγώ!
11. Θες να κάνουμε μαθηματικά; Θα προσθέσουμε εμένα και σένα, θα αφαιρέσουμε τα ρούχα μας και θα πολλαπλασιαστούμε!
12. Ξέρεις τι μου αρέσει γύρω από σένα; Τα χέρια μου!
13. Είμαι δωρητής οργάνων σώματος, μήπως σου χρειάζεται τίποτα;
14. Είσαι τόσο γλυκιά, ώστε μόλις σε είδα έπαθα τερηδόνα.
15. Α, ώστε εσύ προκαλείς το φαινόμενο της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας.
16. Μήπως έχεις τηλεκάρτα; θέλω να πάρω την μητέρα μου και να τις πω ότι μόλις τώρα βρήκα την γυναίκα των ονείρων μου.
17. Πιστεύεις στον Θεό; ωραία γιατί εγώ είμαι η απάντηση στις προσευχές σου.
18. Μοιάζεις με την τρίτη γυναίκα μου. Τι; Πόσες φορές παντρεύτηκα; Δύο.
19. Λέγομαι και "καφές" γιατί θα σε κρατήσω ξύπνια όλη νύχτα.
20. Ο πληθωρισμός δεν είναι το μόνο πράγμα που σηκώνεται εδώ πέρα .
22. Ξέρεις ότι είμαι μάγος; Λοιπόν, θα πάμε σπίτι σου, θα το κάνουμε και μετά θα εξαφανιστώ!
23. Έχω και μια ρομαντική πλευρά. Πάμε στο δωμάτιο μου να δούμε αν θα την βρεις;
24. Μήπως λέγεσαι "Gillette"; Γιατί; Μα είσαι ό,τι καλύτερο για τον άνδρα!
25. Έχασα το πάνινο αρκουδάκι μου. Θα κοιμηθείς εσύ μαζί μου;
26. Bond. James Bond.
27. Το χρώμα των μαλλιών σου ταιριάζει τέλεια με το χρώμα στο μαξιλάρι μου...
28. Μήπως είσαι ο διακόπτης μου; Μόλις σε βλέπω, με ανάβεις!
29. Μου φαίνεσαι γνωστή, εσύ δεν είσαι το κορίτσι στα όνειρά μου;
30. Πότε πρέπει να επιστρέψεις στον Παράδεισο;
31. Είσαι πολύ όμορφη, μήπως ξέρεις να μαγειρεύεις και να σιδερώνεις ;
32. Μήπως ξέρεις από Πρώτες Βοήθειες; Μόλις σε είδα μου κόπηκε η αναπνοή!
Είναι τρία σκυλιά, ένα κανίς, ένα ντόπερμαν και ένας "κοπρόσκυλος", στο θάλαμο αναμονής ενός κτηνιατρείου και συζητούν για τους λογούς που βρίσκονται εκεί. Λέει το κανίς:
- Εγώ ήμουν μια πολύ καλή και υπάκουη σκυλίτσα, αλλά όταν έφυγε η κυρία μου για διακοπές, με ξέχασε στο σπίτι με λίγο νερό και λίγο φαγητό, είχε κλείσει και τα πατζούρια και το σπίτι ήταν σκοτεινό. Τι να κάνω κι εγώ η σκυλίτσα, τις δύο πρώτες μέρες άντεξα, αλλά την τρίτη μέρα τρελάθηκα: έσκισα τα υφάσματα στους καναπέδες και τις κουρτίνες, έφαγα τα κρόσια των χαλιών, γενικά έκανα το σπίτι άνω-κάτω... Όταν γύρισε η κυρία μου, εκνευρίστηκε με το χάλι που δημιούργησα και μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Κατόπιν λέει το ντόπερμαν:
- Εμένα το αφεντικό μου με πήρε μαζί του στην εξοχή, όπου πέρασα πολύ ωραία: έτρεχα ελεύθερος στα χωράφια, έπαιζα με τ΄ άλλα ζώα και ανέπνεα καθαρό αέρα. Αλλά όταν μ΄ έφερε εδώ στην Αθήνα και με πήγε μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μας, "σάλταρα" εντελώς. Ακουγα τις κόρνες των αυτοκινήτων, ανέπνεα τα καυσαέρια τους, δεν μπορούσα να τρέξω λόγω της πολυκοσμίας, με πάτησε κατά λάθος κι ένας κύριος. Ε τότε, λύσσαξα και δάγκωσα το αφεντικό μου στο πόδι. Κι έτσι μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Εσένα ρε κοπρόσκυλε τι σου συνέβη; Και απαντά ο "κοπρόσκυλος":
- Εγώ τώρα τελευταία συχνάζω σε μια γειτονιά, όπου μένει μια πολύ καλή κυρία και μου αφήνει φαγητό στα σκαλοπάτια του σπιτιού της κάθε μεσημέρι. Προχθές το μεσημέρι, λοιπόν, που έβρεχε πολύ, βγήκε έξω με το νυχτικό της και άφησε το φαγητό μου στα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Εγώ, έτσι όπως την είδα με το νυχτικό της που είχε ήδη βραχεί και με τις ωραίες καμπύλες, τα βυζάκια και το κωλαράκι της να διαγράφονται κάτω από το βρεγμένο νυχτικό, τι να έκανα, ο κοπρόσκυλος, κάβλωσα και της τον κάρφωσα. - Ε, και τι έγινε μετά; Σ΄ έφερε εδώ για ευθανασία; τον ρώτησαν τα άλλα σκυλιά. -Όχι, για να μου κόψει τα νύχια ! απάντησε ο κοπρόσκυλος.
Είναι καλοκαίρι και το τζιτζίκι κάθεται πάνω σε ένα δέντρο και χαλαρώνει.
Από κάτω περνάει το μυρμήγκι κουβαλώντας σπόρους για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
- Κούλαρε λιγάκι δικέ μου, του φωνάζει το τζιτζίκι!
- Να σε δω, όταν χειμωνιάσει και πεινάσεις, απαντάει το μυρμήγκι.
Κάθε μέρα γινόταν το ίδιο πράγμα, με το μυρμήγκι να κουβαλάει και το τζιτζίκι να το κοροϊδεύει.
Τελειώνει το καλοκαίρι και έρχεται ο χειμώνας.
Έξω πέφτει πολύ χιόνι, ο αέρας σφυρίζει έξω και το μυρμήγκι κλεισμένο στη γεμάτη σπόρους φωλιά του, περιμένει το παγωμένο τζιτζίκι να του χτυπήσει την πόρτα ζητώντας φαγητό.
Ένα βράδυ, το μυρμήγκι ακούει κάποιον να του χτυπάει τη πόρτα!
- Ποιος είναι; λέει – Άνοιξε, το τζιτζίκι είμαι!
- Τα έλεγα εγώ, λέει στον εαυτό του το μυρμήγκι.
Ανοίγει την πόρτα και βλέπει το τζίτζικα με μια πόρσε!
- Δικέ μου, πάω διακοπές στις Μπαχάμες, θέλεις κάτι;
- Όχι, λέει το μυρμήγκι αλλά να πας να πεις του Αισώπου ότι τον παίρνει!