Ο πιτσιρικάς ήταν σκράπα στα μαθηματικά. Δεν τα έπαιρνε με τίποτε. Οι γονείς του, στην απελπισία τους και παρ όλο που ήταν άθεοι, αποφάσισαν να τον γράψουν σε ένα ιδιωτικό σχολείο που διοικούνταν από καλόγριες και που είχε πολύ καλή φήμη.
Ένα μήνα μετά, ο γιος τους άρχισε να φέρνει συνεχώς δεκάρια στα μαθηματικά. Οι έρμοι γονείς έπαθαν πλάκα.
- Πώς έγινε αυτό το καλό; έχουν καλύτερους δασκάλους στο νέο σου σχολείο;
- Μπα, το ίδιο είναι.
- Έχουν καλύτερα βιβλία;
- Μπα, τα ίδια έχουν.
- Ε, τότε;
- Κατάλαβα από την πρώτη μέρα, πως εκεί παίρνουν τα μαθηματικά πολύ στα σοβαρά και πως αν δεν τα κατάφερνα, την είχα βαμμένη!
- Και πως το κατάλαβες αυτό;
- Μόλις μπήκα στην τάξη, είδα στον τοίχο το αγαλματάκι ενός τύπου που ήταν καρφωμένος πάνω στο σύμβολο του συν!
Στην τάξη της Ελενίτσας η δασκάλα κάνει την εξής ερώτηση:
- Ποιό παιδάκι θα μου πει ποιό σημείο του ανθρώπινου σώματος μπορεί να διογκωθεί έως και δέκα φορές αν διεγερθεί;
Έξαλλη η Ελενίτσα σηκώνει το χέρι και λέει:
- Θα έπρεπε να ντρέπεστε κυρία που κάνετε τέτοιες ερωτήσεις. Αυτό θα το μάθει και ο διευθυντής του σχολείου αλλά και οι γονείς μου και θα τιμωρηθείτε.
Αδιάφορη η δασκάλα για το ξέσπασμα της μικρής Ελενίτσας ξανακάνει την ίδια ερώτηση:
- Ποιό παιδάκι θα μου πει ποιό σημείο του ανθρώπινου σώματος μπορεί να διογκωθεί έως και δέκα φορές αν διεγερθεί;
Ο Γιωργάκης, ένα πιο πρόθυμο παιδί σηκώνει το χέρι του και απαντά:
- Η κόρη του ματιού κυρία.
Η δασκάλα ικανοποιημένη από την απάντηση του Γιωργάκη λέει:
- Μπράβο παιδί μου. Όσο για σένα Ελενίτσα θα σου πω τρία πράγματα. Πρώτον είσαι αγενής και θα τιμωρηθείς. Δεύτερον δεν διάβασες το χθεσινό μάθημα και θα τιμωρηθείς και γιʼ αυτό. Και τρίτον, όταν μεγαλώσεις κορίτσι μου θα πάρεις μια ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ!
Ένας ηλικιωμένος (γύρω στα 70) γερό ποτήρι πάει στο καφενείο της γειτονιάς του να πιει «κανένα» ποτηράκι.
- Πάλι εδώ είσαι Παναγή του λέει ο καφετζής.
- Ε, ήρθα να πιω κανένα ποτηράκι να ξανανιώσω. Λένε ότι κάθε ποτηράκι σε κάνει 10 χρόνια νεότερο.
- Ε, αν είναι έτσι να σου βάλω ένα.
Αφού πίνει λοιπόν ο Παναγής το πρώτο ποτηράκι ρωτάει τον καφετζή.
- Γιώργο πόσο με κάνεις τώρα, μετά το πρώτο ποτηράκι;
- Τι να σου πω, μου φαίνεται απίστευτο. Δείχνεις το πολύ 60 χρονών.
- Ωραία. Βάλε μου άλλο ένα ποτηράκι.
Αφού το πίνει και αυτό ξαναρωτά:
- Τώρα πως σου φαίνομαι;
- Α! Θαύμα! Τώρα δείχνεις το πολύ σαν 50αρης.
Να μην σας τα πολυλογώ συνέχισε αυτή η ιστορία και αφού «κατέβασε» 4 ποτηράκια ακόμη κάνοντας την γνωστή ερώτηση:
- Χικ, Για πες μου τώρα πωθ θου φαίνομαι τώλα;
- Καλά τώρα είσαι σαν ένα 10 χρόνο παιδάκι, Η σάκα σου λείπει να πας στο σχολείο.
- Ωραία, πολύ ωραία! Ε να πηγαίνω και εγώ τώρα...
- Ε, στάσου. Που πας; Δεν θα πληρώσεις;
- Θα πω στον μπαμπά μου να περάσει να σε πληρώσει! Εγώ είμαι μικρός δεν έχω τόσα λεφτά.
Ένα μεσημέρι και καθώς η οικογένεια μαζεύεται σιγά σιγά στο σπίτι από δουλειές και σχολείο, μαμά και μπαμπάς απασχολημένοι στις δουλειές τους ξεχνούν την αργοπορημένη κόρη. Όταν όμως η κόρη επιστρέφει  στο σπίτι από το σχολείο νύχτα πια αντικρίζει στην πόρτα την θυμωμένη μάνα να την περιμένει…-Πού ήσουνα μωρή μέχρι τέτοια ώρα ε;-Μαμά,μαμά.. Μετά το σχολείο ένας κύριος ήρθε και με πήρε και με πήγε στο πάρκο…-Τ’ακούς άντρα μου, τ’ακούς; λέει αφηνιασμένη η μάνα. Αυτός στα τέτοια του. Συνεχίζει αμέριμνος να διαβάζει την εφημερίδα του στην πολυθρόνα.-Μαμά,μαμά.. Μετά ο κύριος, μου έπιασε το μπουτάκι…-Οοοοο τι έκανες μωρή ξεμιαλυσμένη, σε χούφτωσε κιόλας; Τ’ακούς άντρα μου, τ’ακούς;Ο σύζυγος επιμένει να τους γράφει κανονικά και συνεχίζει το διάβασμα.-Μαμά,μαμά.. Μετά μου έπιασε και λίγο…βυ.. Ζάκι,λέει τρομαγμένο το κατά τα άλλα καημένο κοριτσάκι. Η μάνα έχει πέσει κάτω και ενώ κόντευε να το πάθει το εγκεφαλικό είχε αρχίσει να σκίζει τα ρούχα της από τα νεύρα και την αγανάκτηση…-Αμάν τα χάπια μου, δεν μπορώ η καρδιά μου!Θεέ μου σβήνω,χάνομαι! Λέγε μωρή μήπως σου έκανε και τίποτα άλλο;Πές τα όλα θα σε σκοτώσω…-Μαμά,μαμά.. Μετά μου έπιασε λίγο,λίγο όμως…-Τί;Όχι μη μου πεις δε θα τ’αντέξω η δόλια…-Μουνάκι…λέει το κορίτσι.-Τιιιιιιιιιιιιι;Χωριανοιιιιι…η  μάνα πλέον τα είχε παίξει στην κυριολεξία. Τ’ακούς μωρέ ανεπρόκοπε, τ’ακούς;λέει στον άντρα της. Οπότε κάποια στιγμή και αυτός αγανακτισμένος με όλα αυτά σηκώνεται και κατευθύνεται προς το κορίτσιΠΛΑΑΑΑΑΤΣ…της ρίχνει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι μες στα μούτρα και της λέει…-¶ντε να χαθείς παλιοκόριτσο… μας καύλωσες πάλι βραδιάτικα…
Ήταν μια φορά  ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα και κάνανε σκέψεις για το μέλλον. Λέει λοιπόν η Αννι: – Ξύπνησα το πρωί πήρα πρωινό και πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου στο γραφείο μας στον Καναδά και έλειπε. Την πήρα στην Ελβετία και έλειπε. Μάλλον ήταν στο Σικάγο. Μπράβο, λέει η κυρία. Για πες μας εσύ Νικ. Εγώ κυρία πήγα στο γκαράζ και είδα ότι η Lotus έλειπε. Έλειπε και η Ferrari. Μάλλον οι γονείς μου έφυγαν με την Porsche. Μπράβο Νικ λέει η κυρία. Είπαν όλοι, λέει η Κυρία και στον Βαγγέλη, για πες μας και εσύ. Tι να πω εγώ κυρία εγώ φτωχός είμαι! – όχι πες μας – Εντάξει, λέει ο Βαγγέλης, θα σας πώ: – Εγώ κυρία πήγα στο κοτέτσι και η γιαγιά έλειπε, πήγα στο χωράφι και η γιαγιά έλειπε. Πήγα στη στάνη και ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά να κατεβαίνει από το βουνό με μια εφημερίδα στη μασχάλη της αλλά η γιαγιά μου δεν ξέρει γράμματα μάλλον είχε πάει για χέσιμο!