Στην τάξη της Ελενίτσας η δασκάλα κάνει την εξής ερώτηση:
- Ποιό παιδάκι θα μου πει ποιό σημείο του ανθρώπινου σώματος μπορεί να διογκωθεί έως και δέκα φορές αν διεγερθεί;
Έξαλλη η Ελενίτσα σηκώνει το χέρι και λέει:
- Θα έπρεπε να ντρέπεστε κυρία που κάνετε τέτοιες ερωτήσεις. Αυτό θα το μάθει και ο διευθυντής του σχολείου αλλά και οι γονείς μου και θα τιμωρηθείτε.
Αδιάφορη η δασκάλα για το ξέσπασμα της μικρής Ελενίτσας ξανακάνει την ίδια ερώτηση:
- Ποιό παιδάκι θα μου πει ποιό σημείο του ανθρώπινου σώματος μπορεί να διογκωθεί έως και δέκα φορές αν διεγερθεί;
Ο Γιωργάκης, ένα πιο πρόθυμο παιδί σηκώνει το χέρι του και απαντά:
- Η κόρη του ματιού κυρία.
Η δασκάλα ικανοποιημένη από την απάντηση του Γιωργάκη λέει:
- Μπράβο παιδί μου. Όσο για σένα Ελενίτσα θα σου πω τρία πράγματα. Πρώτον είσαι αγενής και θα τιμωρηθείς. Δεύτερον δεν διάβασες το χθεσινό μάθημα και θα τιμωρηθείς και γιʼ αυτό. Και τρίτον, όταν μεγαλώσεις κορίτσι μου θα πάρεις μια ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ!
Ένας ηλικιωμένος (γύρω στα 70) γερό ποτήρι πάει στο καφενείο της γειτονιάς του να πιει «κανένα» ποτηράκι.
- Πάλι εδώ είσαι Παναγή του λέει ο καφετζής.
- Ε, ήρθα να πιω κανένα ποτηράκι να ξανανιώσω. Λένε ότι κάθε ποτηράκι σε κάνει 10 χρόνια νεότερο.
- Ε, αν είναι έτσι να σου βάλω ένα.
Αφού πίνει λοιπόν ο Παναγής το πρώτο ποτηράκι ρωτάει τον καφετζή.
- Γιώργο πόσο με κάνεις τώρα, μετά το πρώτο ποτηράκι;
- Τι να σου πω, μου φαίνεται απίστευτο. Δείχνεις το πολύ 60 χρονών.
- Ωραία. Βάλε μου άλλο ένα ποτηράκι.
Αφού το πίνει και αυτό ξαναρωτά:
- Τώρα πως σου φαίνομαι;
- Α! Θαύμα! Τώρα δείχνεις το πολύ σαν 50αρης.
Να μην σας τα πολυλογώ συνέχισε αυτή η ιστορία και αφού «κατέβασε» 4 ποτηράκια ακόμη κάνοντας την γνωστή ερώτηση:
- Χικ, Για πες μου τώρα πωθ θου φαίνομαι τώλα;
- Καλά τώρα είσαι σαν ένα 10 χρόνο παιδάκι, Η σάκα σου λείπει να πας στο σχολείο.
- Ωραία, πολύ ωραία! Ε να πηγαίνω και εγώ τώρα...
- Ε, στάσου. Που πας; Δεν θα πληρώσεις;
- Θα πω στον μπαμπά μου να περάσει να σε πληρώσει! Εγώ είμαι μικρός δεν έχω τόσα λεφτά.
Ένα μεσημέρι και καθώς η οικογένεια μαζεύεται σιγά σιγά στο σπίτι από δουλειές και σχολείο, μαμά και μπαμπάς απασχολημένοι στις δουλειές τους ξεχνούν την αργοπορημένη κόρη. Όταν όμως η κόρη επιστρέφει  στο σπίτι από το σχολείο νύχτα πια αντικρίζει στην πόρτα την θυμωμένη μάνα να την περιμένει…-Πού ήσουνα μωρή μέχρι τέτοια ώρα ε;-Μαμά,μαμά.. Μετά το σχολείο ένας κύριος ήρθε και με πήρε και με πήγε στο πάρκο…-Τ’ακούς άντρα μου, τ’ακούς; λέει αφηνιασμένη η μάνα. Αυτός στα τέτοια του. Συνεχίζει αμέριμνος να διαβάζει την εφημερίδα του στην πολυθρόνα.-Μαμά,μαμά.. Μετά ο κύριος, μου έπιασε το μπουτάκι…-Οοοοο τι έκανες μωρή ξεμιαλυσμένη, σε χούφτωσε κιόλας; Τ’ακούς άντρα μου, τ’ακούς;Ο σύζυγος επιμένει να τους γράφει κανονικά και συνεχίζει το διάβασμα.-Μαμά,μαμά.. Μετά μου έπιασε και λίγο…βυ.. Ζάκι,λέει τρομαγμένο το κατά τα άλλα καημένο κοριτσάκι. Η μάνα έχει πέσει κάτω και ενώ κόντευε να το πάθει το εγκεφαλικό είχε αρχίσει να σκίζει τα ρούχα της από τα νεύρα και την αγανάκτηση…-Αμάν τα χάπια μου, δεν μπορώ η καρδιά μου!Θεέ μου σβήνω,χάνομαι! Λέγε μωρή μήπως σου έκανε και τίποτα άλλο;Πές τα όλα θα σε σκοτώσω…-Μαμά,μαμά.. Μετά μου έπιασε λίγο,λίγο όμως…-Τί;Όχι μη μου πεις δε θα τ’αντέξω η δόλια…-Μουνάκι…λέει το κορίτσι.-Τιιιιιιιιιιιιι;Χωριανοιιιιι…η  μάνα πλέον τα είχε παίξει στην κυριολεξία. Τ’ακούς μωρέ ανεπρόκοπε, τ’ακούς;λέει στον άντρα της. Οπότε κάποια στιγμή και αυτός αγανακτισμένος με όλα αυτά σηκώνεται και κατευθύνεται προς το κορίτσιΠΛΑΑΑΑΑΤΣ…της ρίχνει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι μες στα μούτρα και της λέει…-¶ντε να χαθείς παλιοκόριτσο… μας καύλωσες πάλι βραδιάτικα…
Ήταν μια φορά  ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα και κάνανε σκέψεις για το μέλλον. Λέει λοιπόν η Αννι: – Ξύπνησα το πρωί πήρα πρωινό και πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου στο γραφείο μας στον Καναδά και έλειπε. Την πήρα στην Ελβετία και έλειπε. Μάλλον ήταν στο Σικάγο. Μπράβο, λέει η κυρία. Για πες μας εσύ Νικ. Εγώ κυρία πήγα στο γκαράζ και είδα ότι η Lotus έλειπε. Έλειπε και η Ferrari. Μάλλον οι γονείς μου έφυγαν με την Porsche. Μπράβο Νικ λέει η κυρία. Είπαν όλοι, λέει η Κυρία και στον Βαγγέλη, για πες μας και εσύ. Tι να πω εγώ κυρία εγώ φτωχός είμαι! – όχι πες μας – Εντάξει, λέει ο Βαγγέλης, θα σας πώ: – Εγώ κυρία πήγα στο κοτέτσι και η γιαγιά έλειπε, πήγα στο χωράφι και η γιαγιά έλειπε. Πήγα στη στάνη και ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά να κατεβαίνει από το βουνό με μια εφημερίδα στη μασχάλη της αλλά η γιαγιά μου δεν ξέρει γράμματα μάλλον είχε πάει για χέσιμο!
Κάπου σε μια επαρχιακή πόλη ήταν ένα δημοτικό σχολείο με μια καλή δασκάλα που την αγαπούσαν πολύ όλα τα παιδιά. Στο τέλος της κάθε χρονιάς υπήρχε η παράδοση κάθε παιδάκι να φέρνει κι από ένα δώρο στη δασκάλα για να την ευχαριστήσει. Έτσι την τελευταία μέρα πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές είχαν έλθει όλα τα παιδάκια με ένα πακέτο στα χέρια τυλιγμένο.
Πρώτος έδωσε το δώρο του ο Γιωργάκης που ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο κουτί.
- "Γλυκά μου έφερες Γιωργάκη μου;", του είπε η δασκάλα που ήξερε ότι ο πατέρας του είχε ζαχαροπλαστείο.
- "Πράγματι είναι μια τούρτα. Είστε πολύ έξυπνη κυρία", απάντησε έκπληκτος ο μικρός.
Το επόμενο δώρο το έφερε η κόρη του ανθοπώλη και ήτανε ένα μακρόστενο ελαφρύ κουτί.
- "Λουλούδια είναι Μαρία; Σε ευχαριστώ να σαι καλά!", ξανά μάντεψε σωστά η δασκάλα.
Στη συνέχεια ο μικρός Πετράκης που ο πατέρας του είχε κάβα, της έδωσε ένα μεγαλούτσικο δέμα με κάπως ατσούμπαλο σχήμα.
- "Σαμπάνια δεν είναι;", ξανά μάντεψε η δασκάλα που διασκέδαζε ιδιαίτερα με αυτό το παιχνίδι.
Το παιδάκι όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κάνοντας ένα παιχνιδιάρικο "Τσου".
Η δασκάλα πρόσεξε ότι το κάτω μέρος του πακέτου έσταζε. Πήρε λοιπόν μια-δυο σταγόνες με το δάκτυλό της και αφού τις δοκίμασε προσεκτικά, είπε:
- "To βρήκα! Είναι κρασί.", είπε η δασκάλα.
Όταν όμως ο Πετράκης της είπε ότι πάλι κάνει λάθος παραιτήθηκε από την προσπάθεια λέγοντας:
- "Ε! δεν ξέρω, ας το πάρει το ποτάμι. Τι είναι;"
Και ο μικρός Πετράκης της απάντησε ναζιάρικα:
"Είναι ένα σκυλάκι κυρία"!