- Ένας Έλληνας, ένας Γερμανός και ένας Ιταλός, περπατούν στη ζούγκλα, όταν πέφτουν θύματα μιας φυλής ανθρωποφάγων.
Όταν φτάσανε στο χωριό, ο αρχηγός τους είπε -Θα σας δώσω μια ευκαιρία να ζήσετε, αν πετύχετε την εξής δοκιμασία: Μέσα σε αυτό το κλουβί υπάρχουν 1000 παπαγάλοι, από τους οποίους μόνο ο ένας είναι ο αρσενικός, τον οποίο θα πρέπει να βρείτε. Ξεκινάει πρώτα ο Γερμανός, δείχνει ένα και λέει: Αυτός είναι.
- Πως το ξέρεις, Ρώτα ο αρχηγός.
- Είναι ο ποιο παχύς, όλοι τον περιποιούνται, άρα είναι αυτός.
- Δεν είναι αυτός, λέει ο αρχηγός. Μετά ο Ιταλός λέει : Αυτός ο αδύνατος πρέπει να είναι, του έχουν αλλάξει τα Φώτα, αυτός πρέπει να είναι.
- Δεν είναι αυτός, του λέει ο αρχηγός. Τρίτος πάει ο Έλληνας, μπαίνει μέσα στο κλουβί και λέει :Α ρε π.. Στ. παπαγάλε, άμα σε βρω θα σε γα**σω.
- Θα μου κλάσεις τα αρ**ια, λέει ο παπαγάλος.
- Αυτός είναι, πιάστε τον φωνάζει ο Έλληνας.
Κλασσικά πέφτουν στη ζούγκλα (όχι του Μάκη) ο Γερμανός, ο Ιταλός, ο Ρώσος και η Ελληνάρα.
Τους πιάνουν οι Μάο Μάο και τους λένε ότι για να τους αφήσουν θα πρέπει να προφυλαχθούν με ότι βρουν μπροστά τους σε κάθε επίθεση που θα τους κάνουν. Αν σωθεί ένας κρατούμενος θα σωθούν και οι άλλοι. Πάει πρώτος ο Ιταλός. Ζητάει μια μεγάλη βάρκα αμπαρώνεται από κάτω και αρχίζουν οι Μάο να χτυπούν τη βάρκα, κλωτσιές, μπουνιές κλπ, σε μία ώρα τέζα ο Ιταλός. Σειρά του Γερμανού. Ζητάει ένα τεράστιο κορμό δέντρου. Mπαίνει μέσα τα ίδια οι Μάο. Χτυπούν τον κορμό, σπάει και βλέπει ο Γερμανός τα ραδίκια ανάποδα. Πάει και ο Ιβάν ο Ρώσος (δυο μέτρα γομάρι) και λέει:
- Εγώ θα πολεμήσω χωρίς καμιά προφύλαξη! Ξεκινούν οι Μάο αλλά μετά από ώρες σταματούν χωρίς να έχουν κάνει τίποτα στο Ρώσο. Έτσι διατάζει ο αρχηγός να αφεθούν ελεύθεροι οι όμηροι. Πετάγεται όμως η Ελληνάρα και κραυγάζει:
- Όχι όχι εγώ θέλω να σας αντιμετωπίσω. Οι Μάο τρελαίνονται. Τρελός είναι σου λέει. Ρε χρυσέ μου, ρε καλέ μου φύγε. Τίποτα ανένδοτος η Ελληνάρα. Με τα πολλά τον στήνουν απέναντι τους και του λένε:
- Και τώρα τι θα βάλεις για προφύλαξη;- Τον Ρώσο!
Ένας γεράκος πάει στην εκκλησία και θέλει να εξομολογηθεί.
Λέει:
- Πάτερ, έχω αμαρτήσει!
- Εντάξει .. Τέκνον μου... (Τί "τέκνον"; Τον έκοβε ο παπάς με το μάτι για να του βρεί θέση εκεί όπου κανείς με τα σωστά του δεν θέλει να πάει, αλλά που θα πάμε όλοι μας...)
- Λοιπόν, παπά, το 1943 τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους άκουσα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μου. Δεν φοβόμουνα τους Γερμανούς ούτε τους Γκεσταπίτες γιατί ήμουν μαυραγορίτης. Ανοίγω και τι να δώ! Μιά όμορφη κοπελιά 16-17 χρονών. Μου είπε ότι είναι Εβραία. Μάρτυρας μου ο Θεός την πίστεψα. Την έκρυψα στο μαγαζάκι -πάνω στο πατάρι-, την τάιζα, την πότιζα, την έντυνα, αλλά κάποια στιγμή μπήκε ο πειρασμός και φτάσαμε στα ανεπανόρθωτα.
Και μετά το συνεχίζαμε σχεδόν κάθε βράδυ...
- Εντάξει εντάξει..., λέει και ο παπάς. Αυτά είναι ανθρώπινα! Νέοι και οι δυό σε συνθήκες πολέμου! Και πείνας και στέρησης... Μήν το σκέφτεσαι πια καθόλου!
- Ευχαριστώ πάτερ, αλλά τώρα που γεράσαμε μπορώ να της πω ότι ο πόλεμος τέλειωσε εδώ κι 60 χρόνια;
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Αναπηρική...
Αποφασίζει κάποτε ο Χριστός να κατέβει στη γη, να δεί πώς είναι τα πράγματα κάτω.
Μπάινει σε ένα μπαρ, κάθεται και δίπλα του κάθονται και τα πίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Ο Χριστός δεν πίνει τίποτα. Μετά από λίγο, τον κοιτάει ο Γερμανός, και λέει στον μπάρμαν:
- Δώσε μια μπύρα από μένα στο παιδί που κάθεται εκεί, κρίμα είναι και φαίνεται να διψάει.
Δίνει λοιπόν ο μπάρμαν μια μπύρα στον Χριστό και την πίνει.
Μετά από λίγο, κοιτάει τον Χριστό ο Γάλλος, φωνάζει τον μπάρμαν και του λέει:
- Δώσε ένα μπουκάλι κρασί στο παιδί εκεί, κρίμα είναι να κάθεται έτσι μόνος του και να μην πίνει τίποτα. Εγώ κερνάω.
Πάει λοιπόν ο μπάρμαν στον Χριστό το μπουκάλι το κρασί κι αυτός το πίνει. Δεν περνάει λίγη ώρα, φωνάζει κι ο Έλληνας τον μπάρμαν και του λέει:
- Κέρνα από μένα το παιδί που κάθεται εκεί, ένα καραφάκι ούζο και πήγαινέ του κι ένα περηποιημένο μεζέ, γιατί σαν να φαίνεται πεινασμένος.
Πηγαίνει λοιπόν την παραγγελία ο μπάρμαν στον Χριστό. Κάποια στιγμή σηκώνεται ο Χριστός πλησιάζει τον Γερμανό, τον ακουμπάει στον ώμο. Τινάζεται τότε εκείνος και γεμάτος έκπληξη του λέει:
- Χριστέ μου, εσύ είσαι!
- Πώς με κατάλαβες; απορεί ο Χριστός.
- Αφού μόλις με ακούμπησες, μου πέρασαν τα αρθριτικά μου.
Πλησιάζει τότε ο Χριστός τον Γάλλο και καθώς τον ακουμπάει στον ώμο, αυτός τινάζεται, τον κοιτάζει και του λέει:
- Χριστέ μου, είσαι στα αλήθεια εσύ!
- Μα καλά πώς με αναγνώρισες; Απορεί ο Χριστός.
- Μόλις με άγγιξες, μου πέρασε το άσθμα που με ταλαιπωρούσε χρόνια!
Πλησιάζει τέλος ο Χριστός και τον Έλληνα. Πάει να τον ακουμπήσει, τραβιέται ο Έλληνας.
- Μα καλά τί έπαθες; ρωτά ο Χριστός.
- Χριστέ μου, του λέει ο Έλληνας, χαίρομαι πολύ που σε βλέπω μπροστά μου, αλλά χειρονομίες από σένα δεν θέλω... Είδα κι έπαθα να βγάλω την αναπηρική σύνταξη!
Tρεις φίλοι, ένας Γερμανός, ένας Iταλός και ένας Πόντιος, δουλεύουνε σε ένα εργοστάσιο.
Kάθε μεσημέρι στο διάλειμμα, ανοίγει καθένας το μπόγο του και τρώνε το φαγητό τους, το οποίο δυστυχώς, είναι κάθε μέρα το ίδιο! Mια μέρα, εξαντλημένοι από τη δουλειά, κάθονται να φάνε και λέει ο Γερμανός πριν να ανοίξει το μπόγο του:
- Έτσι και είναι πάλι λουκάνικα και εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει! Aνοίγει τον μπόγο αργά, μέσα βρίσκει τι άλλο λουκάνικα, οπότε παίρνει φόρα και πηδάει από τον πέμπτο όροφο στο κενό! O Iταλός κοιτάζει πρώτα τον Γερμανό να πέφτει, κοιτάει ύστερα τον μπόγο του αποφασισμένος και λέει:
- Aν βρω πάλι μακαρόνια θα ακολουθήσω τον Γερμανό! Tον ανοίγει λοιπόν και φυσικά παίρνει και αυτός το δρόμο που χάραξε ο φίλος του!Tελευταίος ο Πόντιος, εύχεται κοιτάζοντας τον ουρανό να μη βρει πάλι ψωμί με τυρί, αλλά μέσα στον μπόγο βρίσκει πάλι ένα κομμάτι τυρί και μια μεγάλη φέτα ψωμί ξερό. H συνέχεια είναι αναμενόμενη... Tην επόμενη μέρα στην κηδεία οι τρεις χήρες κλαίνε απαρηγόρητες. Λέει πρώτη η Iταλίδα:
- Φτωχοί άνθρωποι είμαστε, μα αν μου είχε πει πως ήθελε κάτι άλλο θα έβρισκα κάτι να του φτιάξω!Λέει η Γερμανίδα:
- Mα εγώ νόμιζα πως του άρεσαν τα λουκάνικα. Aν ήξερα... Λέει και η Πόντια:
- Mα κάθε μέρα μόνος του το έφτιαχνε το φαγητό!
Ένας έλληνας, ένας γερμανός και ένας άγγλος σ£ένα αεροπλάνο το οποίο παρουσιάζει μηχανική βλάβη και τελικά πέφτει στην ζούγκλα. Τους περιμαζεύουν οι άνθρωποι της φυλής χούτου - χούτου και τους λέει ο αρχηγός τους.
- Κοιτάξτε χρειαζόμαστε ευνούχους για να προσέχουν τις γυναίκες μας και εσείς είσαστε ότι πρέπει γι αυτή τη δουλειά. Ανάλογα λοιπόν με το επάγγελμα που ασκούσατε θα σας τον κόψουμε.
Κρύος ιδρώτας στους παρευρισκόμενους.
Ρωτάνε τον γερμανό τί δουλειά έκανε.
- Ξυλουργός λέει τρέμοντας και πριν προλάβει βουτάνε ένα τσεκούρι και... πάει η οικογένεια
Ρωτάνε τον άγγλο.
- Καλέ χρυσό μου άγγλος είμαι! καλέ τι νταβράντια είσαστε εεε δεν καταλαβαίνετε τώρα;
- ʼστον αυτόν λέει ο αρχηγός είναι ακίνδυνος
Πάνε και στο έλληνα και αυτός με χαμόγελο..
- Εγώ ήμουνα παγοτατζής θα μου το γλείφετε μέχρι να λιώσει...
Είναι ένας Γάλλος,ένας Βέλγος και ένας Πόντιος και τους κυνηγάνε οι Γερμανοί. Πάνε λοιπόν και κρύβονται μέσα σε 3 πηγάδια.
Πάει ένας Γερμανός σε αυτό που είναι ο Βέλγος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Έξυπνος ο Βέλγος κάνει τον αντίλαλο και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Μπα,στο δάσος θα είναι. Επαναλαμβάνει και ο Βέλγος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.
Πάει μετά ο Γερμανός σε αυτό που είναι ο Γάλλος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Έξυπνος ο Γάλλος κάνει τον αντίλαλο και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Μπα,στο δάσος θα είναι. Επαναλαμβάνει και ο Γάλλος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.
Πάει ο Γερμανός και σε αυτό που είναι ο Πόντιος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Απαντάει ο Πόντιος:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Να ρίξουμε μια χειροβομβίδα να δούμε...
Και απαντάει ο Πόντιος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.