Ήταν μια φορά σε ένα αεροπλάνο ένας Γερμανός, ένας τούρκος και ένας Έλληνας. Πετάει το αεροπλάνο πάνω από την Γερμανία και ο Γερμανός πετάει ένα γερμανικό πιστόλι και λέει:
Γερμανός: αυτό το πιστόλι είναι για την πατρίδα!
Συνεχίζει το αεροπλάνο και πετάει πάνω από την Τουρκία και ο τούρκος πετάει ένα γιαταγάνι και λέει:
Τούρκος: αυτό το γιαταγάνι είναι για την παρτίδα!
Συνεχίζει το αεροπλάνο και πετάει πάνω από την Ελλάδα και ο Έλληνας πετάει μια χειροβομβίδα!
Την επόμενη μέρα πάει ο Γερμανός σπίτι του και βλέπει τον παππού του να κλαίει.
- Γερμανός: γιατί κλαις παππού;
- Παππούς: άσε εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά με την γιαγιά σου έρχεται από τον ουρανό ένα πιστόλι και πέφτει στο κεφάλι της γιαγιάς . Πάει η γιαγιά!
Πάει ο Τούρκος στο σπίτι του και βλέπει τον παππού του να κλαίει.
- Τούρκος: γιατί κλαις παππού;
- Παππούς: άσε εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά με την γιαγιά σου έρχεται από τον ουρανό ένα γιαταγάνι και πέφτει στο κεφάλι της γιαγιάς. Πάει η γιαγιά!
Πάει ο Έλληνας σπίτι και βλέπει τον παππού του να γελάει! Τον ρωτάει λοιπόν.
- Έλληνας :γιατί γελάς παππού;
- Παππούς: άσε εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά έκλασα και έπεσε η μάντρα!
Ένας Γάλλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος πέφτουν με το αεροπλάνο σε μία περιοχή της ζούγκλας, όπου κατοικούν ανθρωποφάγοι. Μόλις βγαίνουν, λοιπόν, από τα συντρίμμια του αεροπλάνου, συμφωνούν να πάρουν όλοι κάτι από το αεροπλάνο, το οποίο κατά τη γνώμη τους θα μπορούσε να τους βοηθήσει να γλιτώσουν από τους ιθαγενείς.
Έτσι ο Γάλλος παίρνει την πόρτα του αεροπλάνου, ο Γερμανός μία σκάλα από το αεροπλάνο και ο Πόντιος μία πέτρα. Αποφασίζουν ακόμη να απομακρυνθούν από την επικίνδυνη περιοχή. Καθώς προχωρούν, πιάνουν την κουβέντα.
"Εσύ γιατί πήρες την σκάλα;", ρωτάει ο Γάλλος τον Γερμανό. "Να", απαντάει εκείνος, "αν έρθουν οι ιθαγενείς θα χρησιμοποιήσω τη σκάλα για να ανέβω σε ένα δέντρο και να κρυφτώ. Εσύ, όμως, γιατί πήρες την πόρτα;".
"Να, αν έρθουν οι ιθαγενείς, θα κρυφτώ πίσω από την πόρτα μέχρι να φύγουν οι ιθαγενείς".
"Και εσύ", ρωτάνε τον Πόντιο, "γιατί πήρες την πέτρα;".
"Να", λέει εκείνος, "αν έρθουν οι ιθαγενείς, θα... πετάξω την πέτρα για να τρέχω πιο γρήγορα"!
Σε ένα αεροπλάνο που από βλάβη ετοιμάζεται να κάνει αναγκαστική προσγείωση στη ζούγκλα είναι επιβάτες ένας Γερμανός ένας Αγγλος, ένας Τούρκος και ένας Πόντιος.
Τους πιάνουν οι Μπαμπούα τους πάνε στον αρχηγό τους που τους λέει τα εξής:
- Μάγκες ο θάνατος που σας περιμένει είναι βέβαιος. Εκτός εάν βρείτε το αγαπημένο φρούτο μου από το κήπο μου. Αν κάνετε όμως λάθος φρούτο και θα σας σκοτώσω αλλά και θα το βάλω στον κώλο σας!
Ανοίγει τη πόρτα του κήπου του και μένουν όλοι οι φίλοι μας με ανοικτό στόμα.
Περίπου 300.000 είδη φρούτων είχε καλλιεργήσει ο ΑρχιΜπαμπούα.
- Χλωμό το βλέπω λέει ο Πόντιος.
Πάει ο Γερμανός και σαν προνοητικός που είναι φέρνει ένα κεράσι.
- Δεν είναι αυτό του λέει και ΤΣΟΥΠ του το βάζει στο κώλο του.
Ο Αγγλος σαν ξενέρωτος που είναι φέρνει ανανά.
- Ούτε αυτό είναι ηλίθιε και ΤΣΟΥΠ του τακτοποιεί το κολάντερο.
Πάει και ο Πόντιος και φέρνει μια φράουλα.
- Σκύψε λέει ο Αρχιμπαμπούα και η φράουλα παρκάρισε στο συμπαθή κώλο του Πόντιου.
Ο Πόντιος όμως άρχισε να γελά δυνατά και να χτυπιέται.
Απορημένος ο ΑρχιΜπαμπούα τον βλέπει να έχει βάλει τα κλάματα από τα γέλια του και έτσι ρωτά τον Πόντιο:
- Σαν Πόντιος που είσαι δικαιολογείσαι αλλά πές μου γιατί γελάς;
- Σκέφτομαι τον Τούρκο που έρχεται με καρπούζια!
Ναυαγούν σ ένα ξερονήσι ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Πόντιος. Ως εκ φύσεως πιο οργανωτικός, ο Γερμανός αναλαμβάνει να καταστρώσει ένα σχέδιο για να σωθούν. Προσπαθεί λοιπόν με σπαστά αγγλικά να συνεννοηθεί με τους άλλους.
- First we gather things. I bring water. You, λέει του Γάλλου, food. Ok?
- Ok.
Γυρνάει και στον Πόντιο.
- You supplies. Ok?
- Ok.
- We meet here twelve oclock tomorrow.
Φεύγουν λοιπόν προς διαφορετικές κατευθύνσεις για να βρει ο καθένας ό,τι είχε αναλάβει. Την άλλη μέρα κατά τις 11.30 φτάνει ο Γερμανός στο προσυμφωνημένο σημείο με φλασκιά γεμάτα γλυκό νερό, και ύστερα από 5-10 λεπτά και ο Γάλλος με φρούτα καρπούς και φέτες κρέας. Περιμένουν λοιπόν τον Πόντιο, ο οποίος δεν έχει φανεί, με κάποια ανησυχία. Φτάνει 12 παρά δέκα, παρά 5, παρά 3, πουθενά! Ώσπου στις 12 ακριβώς πετάγεται πίσω από έναν θάμνο με τα χέρια προτεταμένα και φωνάζει:
" Σαπλάιζ!"
Ο Έλληνας υπουργός Δημοσίων Έργων συναντιέται με τον Γερμανό ομόλογό του στη Γερμανία και επισκέπτονται διάφορα έργα που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας του Γερμανού.
- Τη βλέπεις αυτή τη γέφυρα; λέει ο Γερμανός. Κόστος 150 εκατομμύρια μάρκα και 15 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
Πηγαίνουν παρακάτω και δείχνει στο δικό μας μια ανισόπεδη διάβαση.
- Τη βλέπεις αυτή την ανισόπεδη διάβαση; Κόστος 200 εκατομμύρια μάρκα, 20 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
H ξενάγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Μετά από λίγο καιρό, ο Γερμανός, ως επίσημος προσκεκλημένος του Έλληνα ομόλογού του, επισκέπτεται την Ελλάδα.
Ο Έλληνας υπουργός τον ξεναγεί στα διάφορα έργα. Φτάνουν και πάνω από τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρίου και τον ρωτά:
- Τη βλέπεις αυτή την υπερσύγχρονη γέφυρα, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη;
- "Ποια γέφυρα;", απορεί ο Γερμανός.
- 3 δισεκατομμύρια δραχμές στην τσέπη μου!
Ήταν μια φορά ένας Έλληνας, ένας Γερμανός και ένας Ιταλός οι οποίοι είχαν ατύχημα στην εθνική οδό και σκοτώθηκαν. Οι τρεις τους πήγαν στον ουρανό, όπου και συνάντησαν τον άγιο Πέτρο.
Ο Άγιος Πέτρος τους λέει πως για να πάνε στον παράδεισο, έπρεπε ο καθένας τους να πετάξει από ένα μικρό αντικείμενο στον ωκεανό.
Αν ο Άγιος Πέτρος το έβρισκε, τότε θα τους έστελνε στην κόλαση, ενώ αν δεν το έβρισκε θα τους έστελνε στον παράδεισο.
Ξεκινάει ο Ιταλός και πετάει μια τρίχα από τα μαλλιά του. Βουτάει ο Άγιος Πέτρος και μέσα σε 10 λεπτά είχε βρει την τρίχα, οπότε στέλνει τον Ιταλό στην κόλαση.
Έρχεται η σειρά του Γερμανού, ο οποίος πετάει ένα κουμπί στον ωκεανό. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και 2 ώρες μετά βγαίνει με το κουμπί στο χέρι και στέλνει τον Γερμανό στην κόλαση.
Τελευταίος ο Έλληνας πετάει και αυτός ένα μικρό αντικείμενο στον ωκεανό. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και ψάχνει για 1, 2, 3… ώρες αλλά τίποτα. Βγαίνει ο άγιος Πέτρος από τα νερά και του λέει:
- Έλληνα, ό,τι και να πέταξες, δεν μπορώ να το βρω, γι’αυτό λοιπόν θα σε στείλω στον παράδεισο. Λύσε μου όμως την απορία. Τί ήταν το αντικείμενο που πέταξες τέκνο μου;
Και ο Έλληνας του απαντάει:
- Ντεπόν αναβράζον!
Ηταν ο Θεός και καθόταν και κοιτούσε την πύλη του παραδείσου η οποία ήταν σε ένα μαύρο χάλι. Πάει λοιπόν στον Αγιο Πέτρο και του ζητά να βρεί ένα καλό τεχνήτη για να αλλάξουν την πόρτα. Πάει στον Γερμανό ο οποίος του ζητάει 2.000.000 δρχ. Πάει στον Ιταλό ο οποίος του ζητάει 3.000.000 δρχ. πάει και τον Έλληνα τον Μητσάρα και του ζητάει 10.000.000 δρχ. Ο Αγιος Πέτρος απόρρησε και του λέει:
- Γιατί τόσα πολλά;
- Τί σε νοιάζει; Η καλή δουλειά θα γίνει. Θα είναι σκαλιστή με αγγελάκια ασημένια κλπ.
- Ναι, ξαναρωτάει ο Αγιος Πέτρος αλλά και πάλι πολλά είναι τα λεφτά.
- Μη σε νοιάζει. Το αφεντικό δεν πληρώνει; λέει ο Μητσάρας.
- Ναι, λέει ο Αγιος Πέτρος, αλλά θα ήθελα να μου εξηγήσεις γιατί ζητάς τόσα πολλά ενώ ο Γερμανός και ο Ιταλός μου ζήτησαν μόνο 2 και 3.000.000 δρχ.;
- Να σου εξηγήσω, λέει ο Μητσάρας. 4.000.000 δρχ. θα πάρω εγώ. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει ο Αγιος Πέτρος.
- 4.000.000 δρχ. θα πάρεις εσύ που έκανες τον μεσάζοντα. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει και πάλι ο Αγιος Πέτρος. Και τα άλλα 2.000.000;
- Ε! Να μην πάρει κάτι και ο Γερμανός που θα την φτιάξει;