if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Αστεία για Ψαράδες - Page 3
Skip to main content
Είναι απόγευμα και ο μπαρμπας απο το ωραιο νησάκι του Αιγαίου έχει πάει για ψάρεμα στην αμμουδιά. Αφού ρίχνει την πετονιά ξαπλώνει προς τα πίσω στηριζόμενος στους αγκώνες του και αρχίζει να αγναντεύει περιμένοντας κάποιο τσίμπημα. Σε λίγο εμφανίζεται ένας επιχειρηματίας στην αμμουδιά που είχε πάει βόλτα για να αποβάλει λίγο από το στρες που του δημιουργούσαν οι δουλειές του.
Βλέποντας τον ψαρά να ψαρεύει τόσο νωχελικά, τον πλησιάζει και του λέει:
- Δεν κάνεις καλά, με αυτό τον τρόπο δεν θα πιάσεις ψάρια. Πρέπει να βρέξεις κώλο αν θέλεις να πιάσεις πολλά ψάρια.
- Και τί τα χρειάζομαι τόσα πολλά ψάρια; τον ρωτάει ο ψαράς.
- Θα τα πουλάς και θα βγάζεις κέρδος.
- Για ποιο λόγο;
- Μετά από λίγο καιρό με τα κέρδη θα πάρεις δίχτυα ώστε να πιάνεις περισσότερα ψάρια.
- Για ποιο λόγο; λέει και πάλι ο ψαράς.
Λίγο ενοχλημένος, ο επιχειρηματίας αποκρίνεται :
- Πιάνοντας περισσότερα ψάρια θα μπορέσεις να πάρεις μία βάρκα και να βγάλεις περισσότερα χρήματα.
- Για ποιο λόγο; ξαναλέει ο ψαράς.
Έχει αρχίσει να του την δίνει του επιχειρηματία η μονότονη απάντηση του ψαρά αλλά υπομονετικά του εξηγεί:
- Με τα χρήματα θα αγοράσεις ένα μεγαλύτερο πλοίο και θα προσλάβεις ανθρώπους να σε βοηθούν!
- Για ποιο λόγο; ρωτάει και πάλι ο ψαράς.
Ο επιχειρηματίας είναι πλέον κατακόκκινος, γεμάτος θυμό!
- Μα δεν καταλαβαίνεις; Σε λίγα χρόνια θα έχεις έναν ολόκληρο στόλο από ψαράδικα, με πολλούς υπαλλήλους, που θα ψαρεύουν σε όλες τις θάλασσες του κόσμου, για λογαριασμό σου.
- Για ποιο λόγο;
- Έτσι, θα μπορέσεις να εισάγεις την εταιρεία σου στο χρηματιστήριο. Θα θησαυρίσεις και μετά, χωρίς να σκας, το μόνο που θα έχεις να κάνεις είναι να κάθεσαι στην αμμουδιά και να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα!
- Γιατί, τώρα τι κάνω;
Στην άκρη της λίμνης, ο άντρας βλέπει μια γυναίκα να πνίγεται και, μη ξέροντας
Κολύμπι ο ίδιος, βάζει τις φωνές και καταφτάνει ένας ψαράς.
- Πνίγεται η γυναίκα μου και δεν ξέρω κολύμπι. Σώσε την και θα σου δώσω £100, λέει ο
Τύπος.
Βουτάει αμέσως ο ψαράς και με 10 γερές απλωτές φτάνει τη γυναίκα, τη μαγκώνει απ τα
Μαλλιά και τη βγάζει στην όχθη. Καθώς την αποθέτει στα πόδια του άντρα, λέει:
- Που είναι οι £100 μου;
- Κοίταξε να δεις, λέει ο άντρας: όταν την είδα να βυθίζεται για τρίτη φορά, νόμισα ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τώρα βλέπω ότι είναι η πεθερά μου...
- Γαμώ την τύχη μου, μουρμουρίζει ο ψαράς και, γυρνώντας προς τον άντρα, ρωτάει: Πόσα
Σου χρωστάω τώρα;
Τρεις φίλοι αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα με την βάρκα τους. Αποφάσισαν, να πάρουν μαζί τους και τον φίλο τους τον Κε-κε.
Όπως ψάρευαν οι φίλοι κοιτάζοντας τον βυθό τις θάλασσας, ο Κε-κες αγνάντευε τον ορίζοντα. Κάποια στιγμή, βλέπει ένα μεγάλο καράβι, να κατευθύνεται καταπάνω τους. Τρομαγμένος ο Κε-κες, άρχισε να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Πέφτοντας στη θάλασσα, λέει:
- "Kα κα κα καράβι."
Oi φίλοι του δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν και τους χτύπησε το καράβι. Τους πήγαν στο νοσοκομείο, στην εντατική και έμειναν εκεί για έξι ολόκληρους μήνες. Όταν ανάρρωσαν, αποφασίζουν να πάνε για ψάρεμα πάλι με το φίλο τους, τον Κε-κε. Τελικά, όπως ψάρευαν οι φίλοι, αρχίζει πάλι ο Κε-κες να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Όταν το άκουσαν αυτό οι φίλοι, πήδηξαν στην θάλασσα έντρομοι Τελικά, ακούνε τον Κε-κε, να ολοκληρώνει την πρότασή του.
- "Κα κα κα κα κα κα καρχαρίας!"
Ο τύπος, έξτρα βαρύμαγκας κι έτσσσ , κατεβαίνει πρωί πρωί στην ιχθυόσκαλα. "Δε μου λε, ρε μεγάλε", ρωτάει ένα ψαρά, "τα μπαρμπουνάκια πόσο πάνε;".
"Εφτά χιλιάρικα", λέει αυτός. "Α! Και δεν μου λε, ρε μεγάλε, τα φαγκρουδάκια πόσο πάνε;".
"Πεντέμισι το κιλό", του λέει ο ψαράς. "Α! Και, δεν μου λε, ρε μεγάλε;
Τα λιθρινάκια;". Ο ψαράς έχει αρχίσει να τα παίρνει στο κρανίο. "Εφτά χιλιάρικα, αδερφέ. Θα πάρεις κάτι;".
"Εφτά, α; Και δεν μου λε, ρε μεγάλε; Οι τσιπουρίτσες πόσο πάνε;".
"Οκτώ το κιλό. Θα πάρεις;".
"Οκτώ α; Και δεν μου λε, οι γοπίτσαι πόσο πάνε;"
. Ο ψαράς έχει που έχει τον πόνο του, έχει φτάσει και εκτός εαυτού:
"Ακου"
, λέει στο βαρύμαγκα:
"Οι γοπίτσαι έχουν τρεισήμισι το κιλό οι... ζωντανές και ενάμισι οι πεθαμένες!"
. Και ο μαγκίτης:
"Α! Τότενες, τσάκω τη σακούλα, άρχισε να... σκοτώνεις και βάνε"!