Ένας τύπος κάθεται και τα πίνει σε ένα μπαρ κάθε βράδυ. Μεθάει συνεχώς και φεύγει πάντα τελευταίος από το μπαρ.
Μια μέρα, ο μπάρμαν, αποφασίζει να του πει ότι δε γίνεται να τον αφήνει να μπεκρουλιάζει άλλο.
- Ανθρωπέ μου, κάνεις κακό στον εαυτό σου, κατάλαβέ το. Αντε γύρνα σπίτι σου και άσε με και μένα στην ησυχία μου...
Με τα χίλια ζόρια, ο μπάρμαν τον διώχνει από το μπαρ, αλλά ο μεθυσμένος τριγυρίζει στους δρόμους σαν την άδικη κατάρα. Πηγαίνει και πέφτει επάνω σε ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός από μέσα βγαίνει κατατρομαγμένος έξω και τον ρωτάει αν είναι καλά.
- Μια χαρά είμαι, του λέει ο μεθυσμένος. Εγώ δεν παθαίνω τίποτα, είμαι ο Χριστός.
- Τι λες; Μεθυσμένος είσαι! Δεν είσαι ο Χριστός, σύνελθε.
- Όχι, ο Χριστός είμαι. Θα σου το αποδείξω.
Περίεργος ο οδηγός, ακολουθεί τον μεθυσμένο, ο οποίος τον πηγαίνει στο μπαρ.
Ο μπάρμαν με το που βλέπει τον μεθυσμένο να μπαίνει μέσα, σηκώνει τα χέρια στον ουρανό και λέει:
- ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, πάλι εσύ;
Πέθαναν ο Φαν Μπάστεν, ο Πελέ και ο Μαραντόνα και πηγαίνουν στον Παράδεισο. Τους υποδέχεται ο Αγ. Πέτρος και τους πηγαίνει στον Θεό.
Εκείνος τους ζητά να απολογηθούν για την ποδοσφαιρική τους ζωή.
Τον λόγο πέρνει πρώτος ο Φαν Μπάστεν:
- Εγώ Κύριε, δεν ήμουν και πολύ πιστός, πιστεύω όμως πως ήμουν πολύ καλός παίκτης και χωρίς να ζητώ την βοήθειά σου, έκανα πολλά. Ωστόσο, ποτέ δεν αρνήθηκα την ύπαρξή σου.
- Πολύ καλά. Κάθησε εκ δεξιόν μου, του λέει ο Θεός.
Δεύτερος μίλησε ο Πελέ:
- Εγώ Κύριε, πάντα ήμουν πιστός. Σε κάθε αγώνα έκανα τον σταυρό μου, διάβαζα θρησκευτικά βιβλία και με το ταλέντο που μου έδωσες πέτυχα πολλά στο ποδόσφαιρο.
- Ναι, ναι, το γνωρίζω, ήσουν πολύ καλός άνθρωπος. Κάθησε αριστερά μου, απάντησε ο Κύριος.
- Εσύ Αρμάντο; ρώτησε τον Μαραντόνα.
- Εγώ νομίζω ότι έχεις κάτσει στην θέση μου!
Ήταν ένας Ιταλός, ένας Αγγλος και ένας Κυπραίος σε ένα αεροπλάνο. Το αεροπλάνο έπεφτε, και η μόνη λύση ήταν να ρίξουν καθένας από κάτι μήπως και σωζόντουσαν.
Πάει ο Ιταλός ρίχνει ένα πιστόλι.
Μετά πάει ο Αγγλος ρίχνει ένα μαχαίρι.
Στο τέλος πάει ο Κυπραίος και ρίχνει μια βόμβα.
Επιζούν και οι τρεις, πάει ο Ιταλός σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα πιστόλι από τον ουρανό, και ήταν γεμάτο, και εκπυρσοκρότησε και σκότωσε τον παππού σου.
Πάει ο Αγγλος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και μαχαίρωσε τον παππού σου.
Πάει και ο Κυπραίος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να γελάει:
- Γιαγιά γιατί γελάς;
- Να, έκλασε ο παππούς σου, και γκρεμίστηκε η παράγκα!
Πάνε για κυνήγι ένας ψυχολόγος ένας θεολόγος κι ένας μηχανικός.
Πιάνει μια καταιγίδα και οι τρεις κυνηγοί αναζητούν καταφύγιο. Το κοντινότερο χωριό είναι 3 ώρες δρόμο αλλά για καλή τους τύχη βρίσκουν μια πέτρινη καλύβα.
Προχωρούν προς αυτή και φωνάζουν τον ιδιοκτήτη.
Δεν παίρνουν απάντηση και αποφασίζουν να μπουν αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μπαίνοντας μέσα στο καλύβι βρίσκονται μπροστά σε ένα πολύ παράξενο θέαμα.
Όλα μέσα στην καλύβα ήταν όπως θα τα περίμενε κανείς. Ένα χτιστό κρεββάτι, μερικά κούτσουρα για καρέκλες, ένα προχειροφτιαγμένο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και μια στρογγυλή μεγάλη ξυλόσομπα... κρεμασμένη με συρματόσκοινα από το ταβάνι στη μέση του δωματίου.
- Α! κάνει ο ψυχολόγος! η ανάγκη επιστροφής στη μήτρα που λέει ο Φρόυντ! Αυτός εδώ ο άνθρωπος είναι τόσο μονος έδω πάνω ώστε αισθάνεται πιο έντονη αυτή την ανάγκη!
- Τραβηγμένο από τα μαλλιά αδερφέ μου! λέει ο θεολόγος. Μα δε βλέπεις ότι είναι ακριβώς όπως ένα τεράστιο θυμιατό; Απλά ο άνθρωπος θελει να ικανοποιήσει το θρησκευτικό του συναίσθημα!
- Τρελλός παππάς σας βάφτισε! Την κρέμασε ΑΚΡΙΒΩΣ στο κέντρο ώστε να ακτινοβολεί τη θερμότητα ομοιόμορφα και να μη χάνει ούτε θερμίδα από τα λίγα ξύλα που θα έχει για κάψιμο, λέει ο μηχανικός. Όμως έχει κάνει ένα λαθάκι! Έπρεπε να την τοποθετήσει στο κέντρο του δαπέδου, έτσι ώστε εκτός από την ακτινοβολία να εκμεταλλεύεται και την μετάδοση θερμότητας μέσω συναγωγής που έτσι πάει όλη στο ταβάνι. Αμα θα έρθει θα του εξηγήσω ότι είναι ανώφελο αυτό εκεί το κρέμασμα.
Πάνω στην κουβέντα έφτασε κι ο ιδιοκτήτης της καλύβας. Τους ρίχνει μια έκπληκτη και καχύποπτη ματιά.
Μετά κουνάει αδιάφορα τους ώμους του, ξεφορτώνει τα εφόδια του από το σακίδιο του και ρωτά:
- Πως από δω ρε παιδιά;
- Να! Ήμασταν κυνήγι και μας έπιασε ο παλιόκαιρος. Να στεγνώσουμε λίγο φίλε και μετά θα φύγουμε.
- Τι λέτε ρε παιδιά! Καθήστε όσο θέλετε! Να! τυχεροί είστε, έφερα κι ένα τσίπουρο πρώτο πράμα να πιούμε. Παντα χαίρομαι άμα έχω παρέα...
Αφού τα τσούξανε, έσπασε ο πάγος και αποφάσισαν να θέσουν το ερώτημα που τους απασχολούσε. "Τι γυρεύει μία σόμπα κρεμασμένη στη μέση του δωματίου;"
- Να μωρέ! Δεν είχα αρκετή σωλήνα, αλλά είχα πάρα πολλά συρματόσκοινα...
Τρία ροζ μπαλάκια...
Ήταν ένα άτεκνο ζευγάρι και προσπαθούσε να κάνει παιδί. Μετά από πολλές προσπάθειες το κατάφεραν. Γεννιέται το παιδί και το βαφτίζουν Γιάννη. Στα γενέθλια του του έπαιρναν διάφορα παιχνιδάκια για μωρά. Όταν πήγε ο Γιαννάκης 3 χρονών και άρχισε να μιλάει, τον ρωτάει η μάνα του τι δώρο θέλει για τα γενέθλια του και ο Γιαννάκης απαντάει:
- Τρία ροζ μπαλάκια!
- Καλά του λέει η μάνα του.
Πάει 4 χρονών και τον ρωτάει ο πατέρας του τι δώρο θέλει για τα γενέθλια του.
- Τρία ροζ μπαλάκια λέει πάλι ο Γιάννης.
- Μα γιε μου, του λέει ο πατέρας, σου πήραμε τα μπαλάκια πέρσι...
- Δεν με νοιάζει λέει ο μικρός, εγώ θέλω 3 ροζ μπαλάκια... και αρχίζει να κλαίει.
Με τα πολλά, του πήρε τα μπαλάκια. Περνούσαν τα χρόνια, και κάθε φορά ο Γιάννης ήθελε 3 ροζ μπαλάκια για τα του.
Πήγε στο δημοτικό και είχε τους καλύτερους βαθμούς. Του λέει η μάνα του:
- Γιε μου τι θέλεις να σου πάρω;
- 3 ροζ μπαλάκια!
- Μα γιε μου, μεγάλωσες τώρα, δε θες να σου πάρω ένα PC καλύτερα;
- Όχι! Θέλω 3 ροζ μπαλάκια!
Τι να κάνει η μάνα του, του τα παίρνει. Τελείωσε το δημοτικό, τελείωσε και το γυμνάσιο, κάθε χρόνο ο Γιάννης ζητούσε το ίδιο πράγμα. Τρία ροζ μπαλάκια!
Τελειώνει το λύκειο, τελειώνει το πανεπιστήμιο, ανοίγει ιατρείο και πάντα, κάθε χρόνο ζητάει τα τρία ροζ μπαλάκια.
Μετά από δέκα χρόνια τραυματίζεται θανάσιμα σε ένα τροχαίο. Πριν πεθάνει του λέει ο πατέρας του:
- Γιε μου έχω μια απορία, τόσα χρόνια από τότε που γεννήθηκες, κάθε χρόνο μας ζητάς το ίδιο πράγμα: Τρία ροζ μπαλάκια. Πες μου σε παρακαλώ τι τα ήθελες αυτά τα ροζ μπαλάκια;
- Πατέρα θα σου πω... είναι πολύ απλό. Τα μπαλάκια τα ήθελα για... και πέθανε χωρίς να προλάβει να τελειώσει τη φράση του!
Προσοχη! Το ανεκδοτο αυτο ειναι απο τα πιο κρυα που υπαρχουν, παρακαλω φυλαχτειτε!
Ήταν μια μέρα ένα αγόρι που βοήθησε έναν γέρο να διασχίσει το δρόμο. Αυτός, για να τον ευχαριστήσει του έδωσε έναν φάκελο που είχε μέσα ένα γράμμα και του λέει να μην το ανοίξει ποτέ να το διαβάσει ο ίδιος, αλλά να το δώσει σε άλλους να το διαβάσουν.
Πηγαίνει λοιπόν σπίτι του και δίνει το γράμμα αυτό στην μητέρα του. Αυτή το διαβάζει και αμέσως, θυμωμένη, διώχνει το γιο της από το σπίτι και ορκίζεται να μην τον ξαναδεί ποτέ.
Στενοχωρημένος αυτός πηγαίνει στον κολλητό του και του λέει τι έγινε. Του δίνει μετά το γράμμα να το διαβάσει, το διαβάζει αυτός και αμέσως τον βρίζει, τον πλακώνει στο ξύλο και φεύγει.
Έτσι το αγόρι αυτό μεγάλωσε παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Μια μέρα δίνει το γράμμα αυτό στη γυναίκα του, το διαβάζει αυτή και τον χωρίζει, παίρνει τα παιδιά τους και πάνε να ζήσουν σε άλλη πόλη.
Αυτός λοιπόν είχε χάσει εντελώς το ηθικό του. Στο τέλος αποφασίζει να διαβάσει και ο ίδιος το γράμμα, και έτσι καθώς περπατάει στον δρόμο διαβάζει το γράμμα. Όμως σε μια διάβαση πεζών δεν προσέχει και περνάει το δρόμο με κόκκινο, με αποτέλεσμα να τον πατήσει ένα αυτοκίνητο και να βρει ακαριαίο θάνατο.
- Ποιό είναι το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας;
- Να μην περνάμε το δρόμο με κόκκινο...!
Μια γερόντισσα με προχωρημένο Αλτσχάιμερ σε μια στιγμή αναλαμπής καλεί 3 φιλενάδες και παλιές συμμαθήτριες για καφέ.
Μια ώρα πριν το ραντεβού η κόρη της λέει:
- «Μάνα εγώ επειδή θα λείψω για 2-3 ώρες και για να μην σε πιάσει πάλι η άνοια θα βάλω ένα χαρτί μεγάλο στο ψυγείο που θα γράφει καφέ και κουλουράκια ώστε όταν έρθεις στην Κουζίνα να το δεις και να κεράσεις τα κορίτσια εντάξει;»
Τελικά το χαρτί μπαίνει στο ψυγείο, η κόρη φεύγει τα κορίτσια (με Αλτσχάιμερ επίσης, συνομήλικες γαρ) έρχονται.
Κάποια στιγμή μετά από 1 ώρα η γερόντισσα μπαίνει στην Κουζίνα για πιει νερό βλέπει το χαρτί και φωνάζει.
- Κορίτσια καφέ θέλετε;
- Θέλουμε - θέλουμε!
Πίνουν τον καφέ, γυρίζει στην Κουζίνα η γερόντισσα να αφήσει τα φλιτζανάκια βλέπει το χαρτί και μονολογεί ένα καφέ τους κάνω.
Ξαναφωνάζει καφέ θα πιούμε;
Θα πιούμε - θα πιούμε ! Τα κορίτσια αυτό γινόταν επί 2-3 ώρες μέχρι που ότι υπήρχε από καφέ Νες, ελληνικός, καπουτσίνο, εσπρέσο, φρέντο τα ήπιαν όλα.
Φεύγοντας τελικά τα κορίτσια συναντιούνται στην είσοδο της οικοδομής χωρίς να γνωρίζονται και συζητούν μεταξύ τους:
- Ρε την τσιγκούνα 3 ώρες έναν καφέ δεν κέρασε.
- Μια ζωή ίδια θα είναι! λέει η άλλη, τα ακούει η κόρη και τρελαίνεται.
Τρέχει γρήγορα επάνω μέσα στην ντροπή και φωνάζει:
- Ρε μάνα χαρτιά βάλαμε καφές έτοιμος κουλουράκια έτοιμα γιατί ρε μάνα ρεζίλι γίναμε!
Και η μάνα ατάραχη:
- Κορίτσι μου καμιά δεν ήλθε από τις ξεκουτιασμένες μόνη μου είμαι όλο το απόγευμα!
Μπαίνει στο σαλούν ένας γίγαντας καουμπόη, πλησιάζει στο μπάρμαν και λέει:
- Ένα ποτό, το πιο δυνατό που έχεις.
Του δίνει ένα ποτήρι, το πίνει και αφού πυροβολεί στον αέρα λέει:
- Σου είπα ρε μαλάκα, το πιό δυνατό κι όχι νεράκι σαν αυτό που μου έδωσες.
Του δίνει ένα άλλο αλλά πάλι τα ίδια. Κατέβασε όλα τα μπουκάλια που είχε, δοκίμαζε αυτός και τα έσπαζε ζητώντας πιο δυνατό. Έμεινε ένα μπουκάλι σε μια άκρη και του λέει να το δοκιμάσεικαι εκείνο.
- Όχι, όχι κύριε, αυτό δεν κάνει.
Βλέποντας την κάννη στο στόμα του, το κατεβάζει και του το δίνει. Ο καουμπόη το πίνει σχεδόν μονορούφι και του δίνει συγχαρητήρια.
- Αυτό είναι ποτό, ρε μαλάκα.
Την άλλη μέρα ξαναπηγαίνει και ζητά ένα από το ίδιο.
- Τι φοβερό ποτό είναι αυτό, ρε;
- Να... ξέρετε είναι... νιτρικό όξυ.
- Α αααα. Για αυτό κάθε φορά που έκλανα άνοιγε τρύπα στο σώβρακο!