Και εσύ για παγωτό ήρθες;
Είναι ένας πιτσιρικάς και μπαίνει φουριόζος μέσα σ΄ ένα φαρμακείο: Πιτσιρικάς:
- Καλημέρα σας! Θα ήθελα ένα χωνάκι παγωτό παρακαλώ. Φαρμακοποιός:
- Εδώ είναι φαρμακείο και όχι παγωτατζίδικο!Πιτσιρικάς:
- Καλά ευχαριστώ! Φεύγω... Μετά από 5 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα χωνάκι παγωτό και ένα οικογενειακό σοκολάτα-κρέμα!Φαρμακοποιός:
- Καλά ρε δεν καταλαβαίνεις ότι εδώ πουλάμε φάρμακα και όχι παγωτά;Πιτσιρικάς:
- Καλά, καλά φεύγω. Φαρμακοποιός:
- Φύγε και μην ξαναπατήσεις εδώ! Μετά από 10 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα κυπελλάκι παγωτό μαζί με τρούφα και σιρόπι σοκολάτα! Νευριασμένος ο φαρμακοποιός του απαντάει:Φαρμακοποιός:
- Λοιπόν άμα ξαναπατήσεις εδώ θα σε κρεμάσω σαν κι αυτόν εκεί (ο φαρμακοποιός του έδειξε τον Εσταυρωμένο Ιησού). Πιτσιρικάς:
- Καλά, καλά φεύγω. Μετά από 15 λεπτά ο πιτσιρικάς ξαναμπαίνει φουριόζος στο φαρμακείο. Πιτσιρικάς:
- Γεια σας! Θα ήθελα ένα κυπελλάκι παγωτό και ένα χωνάκι καραμέλα!Φαρμακοποιός:
- Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω. Αρπάζει τον πιτσιρικά και τον σταυρώνει δίπλα στον Ιησού. Ο πιτσιρικάς γυρνάει το κεφάλι του, κοιτάει τον Ιησού και του κάνει την εξής ερώτηση:
- Και συ για παγωτό ήρθες;
Χρήστος: (με νοσταλγία) :
- Ήτανε φοβερή γυναίκα η κυρά Αντρούλλα. Στο χωριό, όλοι την αγαπούσανε, κυρίως οι άντρες (αλλιώς) δεν ξέρω γιατί. Αφού να φανταστείς κάθε μέρα τις στέλνανε λουλούδια και σοκολατάκια.
Kούλα: Α! και γιʼαυτό πέθανε ε; Απʼτο πάχος που έτρωγε κάθε μέρα σοκολατάκια.
Χρήστος: Όχι, όχι. Αφού έπαιρνε τόσα πολλά σοκολατάκια σκέφτηκε να ανοίξει μια σοκολατερί. Ξέρεις απʼαυτά τα καταστήματα που φτιάχνουν σοκολατάκια. Όταν πούλησε όλα αυτά που της στέλνανε, αποφάσισε να τα κάνει η ίδια. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία σοκολατάκια από οποιανδήποτε άλλη στο χωριό.
Kούλα: Α! κατάλαβα. Απʼτα δικά της σοκολατάκια πάχυνε και μετά πέθανε.
Χρήστος: Όχι, όχι. Η σοκολατερί λοιπόν πήγαινε τόσο καλά που αποφάσισε να ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο. (Αλλιώς) Αγάπη μου τι να σου πω; Έφτιαχνε τα πιο ωραία γλυκίσματα απʼοποιανδήποτε άλλη στο χωριό. Ε όπως καταλαβαίνεις δοκίμαζε πολλά απʼτα γλυκίσματα της και γιʼαυτό πάχυνε.
Kούλα: Και γιʼαυτό πέθανε ε;
Χρήστος: Όχι, όχι. Μια μέρα τη βαρέθηκε ο πατέρας μου και την σκότωσε. Ε μα μας έσπασε τα νεύρα η γριά τόσα χρόνια.