Μπαίνει ένας τύπος σε ένα μπαρ και έχει στον ώμο του έναν γύπα!
Λέει στον μπάρμαν:
- Μια βότκα δικιά μου, μια τεκίλα για το γύπα, ένα δικό σου και κέρασε όλο το μαγαζί!
Σε 10 λεπτά του την έχουν πέσει οι τρεις καλύτερες γκόμενες !
Αφήνει 200 ευρώ φιλοδώρημα, παίρνει τις γκόμενες και φεύγει...
Το άλλο βράδυ πάλι το ίδιο σκηνικό. Ο τύπος με το γύπα στον ώμο κερνάει όλο το μαγαζί, του την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες, τις παίρνει και φεύγοντας αφήνει και 100 ευρώ πουρμπουάρ...
Μετά από μια βδομάδα κι αφού γινόταν κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό, ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- Συγγνώμη κύριε μου, αλλά με έχει φάει η περιέργεια. Κάθε βράδυ έρχεστε, σκορπάτε τόσα χρήματα, σας την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες και έχετε και αυτόν τον γύπα στον ώμο...
- Κοίταξε Τάκη, του λέει ο τύπος. Πριν από λίγο καιρό εκεί που περπατούσα βρήκα στο δρόμο ένα λυχνάρι. Μόλις το έτριψα βγήκε ένα τζίνι και μου είπε ότι θα μου πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες. To πρώτο που του ζήτησα ήταν να μην αδειάζουν ποτέ οι τσέπες μου από λεφτά...
Το δεύτερο ήταν να μου την πέφτουν πάντα οι ωραιότερες γυναίκες...
- Και το τρίτο ; τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Το τρίτο που του ζήτησα ήταν να μου δώσει ένα μεγάλο πουλί...
Και μου δωσε αυτον τον μαλακα!
Δύο άσπονδοι εχθροί, τρακάρουν άσχημα με τα αυτοκίνητά τους, τα οποία έγιναν ένα μάτσο παλιοσίδερα, αλλά κανείς τους δεν έπαθε τίποτα.
Βγαίνουν έξω από το αυτοκίνητά τους και βλέπουν ο ένας τον άλλο, οπότε γυρίζει ο πρώτος και λέει:
- Παρόλο που τα αυτοκίνητα μας έγιναν παλιοσίδερα, εμείς δεν πάθαμε τίποτα. Και αυτό, πρέπει να είναι ένα σημάδι από το Θεό, ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί ειρηνικά.
- Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, απαντά ο δεύτερος.
- Αυτό, πρέπει να το γιορτάσουμε, λέει ο πρώτος και φέρνει από το αυτοκίνητο του, δύο κουτάκια μπύρας, που τυχαία δεν είχαν πάθει τίποτα.
Δίνει το ένα στον πρώην εχθρό του και λέει:
- Ασπρο πάτο!
- Ασπρο πάτο, απαντά κι ο άλλος και την κατεβάζει μονορούφι.
Μόλις τελειώνει, βλέπει τον άλλο να μην έχει πιει ούτε γουλιά, οπότε τον ρωτά:
- Εσύ, δε θα πιεις;
- Όχι, λέω να περιμένω να έρθει η αστυνομία πρώτα.
Πριν μερικά χρόνια οι " κυρίες " των " κόκκινων φαναριών " περνούσαν κάθε μήνα από υγειονομικό έλεγχο .
Είχε φτάσει η συγκεκριμένη μέρα και όλα τα " κορίτσια " είχαν μαζευτεί έξω από το γραφείο του γιατρού και περίμεναν τη σειρά τους . Περνάει τυχαία έξω από το ιατρείο μια γριά , βλέπει τα "κορίτσια " μαζεμένα και ρωτάει μία .
- Τι γίνεται κορίτσι μου εδώ και είστε όλες μαζεμένες . Επειδή η κοπέλα ντράπηκε να της πει την αλήθεια της λέει :
- Καραμέλες μοιράζουν γιαγιά . Τότε λέει και η γιαγιά :
- Θα μείνω κι εγώ να πάρω . Και έμεινε στην ουρά . Μετά από λίγη ώρα έρχεται και της γιαγιάς η σειρά . Μόλις τη βλέπει ο γιατρός γουρλώνει τα μάτια του και γεμάτος έκπληξη τη ρωτάει .
- Κι εσύ γιαγιά ; Και η γιαγιά :
- Γιατί παιδάκι μου δεν έχω ψυχή εγώ ; - Ναι βρε γιαγιάκα αλλά εσύ δεν έχεις ούτε δόντια .
- Δεν πειράζει παιδάκι μου εγώ τις γλύφω .
Σε ένα στέκι όπου μαζεύονται εργένηδες, μέσα στη φασαρία και στο κακό, πετάγεται ένας και λέει:
- Ρε παιδιάααα, ... Παιδιά, σταματάνε όλοι και τον προσέχουν. Δεν κανονίζουμε το Σαββατοκύριακο να πάμε καμιά εκδρομούλα σε κανένα νησάκι εδώ κοντά Πανικός από κάτω, όλοι φωνάζουν, λένε μπράβο, βιάζονται να πουν τι θα φέρει ο καθένας για να οργανωθούνε, κεφτεδάκια, κασετόφωνα, στρώματα θαλάσσης, ρακέτες κτλ. Όλοι είναι μέσα στην τρελή χαρά, ώσπου πετάγεται ένας απ αυτούς και λέει:
- Εγώ παιδιά λυπάμαι, αλλά δεν θα μπορέσω να έρθω. Πολύ θα γούσταρα να είμαστε όλοι μαζί, αλλά να... Αυτό το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας και δεν θα μπορέσω να έρθω...
- Καλά μωρέ δεν πειράζει, του λένε οι άλλοι, θα ξανακανονίσουμε να πάμε και θα έχουμε την ευκαιρία να είμαστε όλοι μαζί. Τέλοσπάντων, έρχεται το Σαββατοκύριακο, η εκδρομή γίνεται, περνάνε όλοι τέλεια. Την επόμενη εβδομάδα στο ίδιο πάλι μέρος, οι ίδιοι πάλι άνθρωποι. Ο ίδιος φασαριόζος πετάει πάλι την ιδέα:
- Ρε παιδιά, ωραία περάσαμε την προηγούμενη βδομάδα στην Αίγινα, δεν κανονίζουμε αυτό το Σαββατοκύριακο να πάμε προς Πήλιο μεριά; Όλοι χαρές, κακό, «μπράβο, καλή ιδέα...», αρχίζουν πάλι τα σχέδια. Οπότε ο ίδιος που και την προηγούμενη εβδομάδα δεν μπόρεσε να παρευρέθη, πετάγεται:
- Ρε παιδιά, συγνώμη και πάλι, αλλά και αυτή τη φορά δεν θα μπορέσω να έρθω μαζί σας. Το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας...
- Ε, καλά μωρέ, και τι έγινε άμα φεύγει ο Ηλίας; λένε ενοχλημένοι μερικοί. Τέλοσπάντων δεν δόθηκε συνέχεια, η εκδρομή και πάλι έγινε, και όλοι το καταευχαριστήθηκαν. Την τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα στο στέκι, ξαναπροτείνετε εκδρομή, για Ιόνιο πλευρά αυτή τη φορά και δεν υπάρχει κανένας να διαφωνεί, πλην του γνωστού και μη εξαιρετέου. Πετάγεται για άλλη μια φορά λοιπόν και λέει; -Παιδιά χίλια συγνώμη, αλλά και πάλι δεν γίνεται να ακολουθήσω, γιατί το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας.
- Αμάν ρε, μας έπρηξες μ αυτόν τον Ηλία, φωνάζει ο τύπος που ξεσηκώνει και τους άλλους για τις εκδρομές. Ποιος στο διάολο είναι και δεν σε αφήνει να ρθεις μαζί μας; -Τι να σου πω, ποιος ακριβώς είναι ούτε και γω δεν ξέρω. Εγώ την γυναίκα του πηδάω.
Η γεροντοκόρη μένει μόνη της και για συντροφιά της έχει ένα παλιό πιάνο. Μια και δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται συχνά εμπρός από το πιάνο της και χτυπά τα πλήκτρα.
Ένα απόγευμα, την ώρα που παίζει, το κουδούνι της χτυπά. Αιφνιδιασμένη που έχει επισκέψεις, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν γοητευτικό νεαρό άνδρα.
- Καλησπέρα σας, την προλαβαίνει ο νεαρός.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Είμαι ο κουρδιστής πιάνων. Ήρθα για το πιάνο σας, λέει χαμογελαστά.
- Μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν κουρδιστή πιάνων.
- Το ξέρω κυρία μου. Οι γείτονές σας με κάλεσαν!