Ένας τύπος μπαίνει σε ένα πιάνο-μπαρ και παραγγέλνει ένα ουίσκυ.
Ενώ το πίνει ήσυχος, εντελώς ξαφνικά εμφανίζεται μια μαϊμού, ανεβαίνει στην μπάρα, βουτάει τα παπάρια της στο ουίσκυ του και εξαφανίζεται.
Έκπληκτος ο τύπος ρωτάει τον διπλανό του αν είδε την σκηνή αυτή και εκείνος του απαντά:
- Αυτή είναι η μαϊμού του πιανίστα. Την φέρνει καμμιά φορά εδώ...
- Καλά, πρέπει σώνει και καλά να την κουβαλάει μαζί του την κωλο-μαϊμού; Τι σίχαμα!, απαντάει ο πρώτος θυμωμένος.
Ο δεύτερος, συμμεριζόμενος τα νεύρα του πρώτου, του λέει:
- Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα στον πιανίστα και θα του ζητούσα τον λόγο!
Οπότε ο πρώτος, ακολουθώντας τα λόγια του δεύτερου, πηγαίνει στον πιανίστα και του λέει:
- Η μαϊμού σου βούτηξε τα παπάρια της στο ουίσκυ μου. Και συμπληρώνει: Το ξέρεις;
Οπότε παίρνει την εξής απάντηση από τον πιανίστα:
- Δεν το ξέρω το συγκεκριμένο, αλλά αν μου το τραγουδίσεις λίγο μπορώ να το παίξω!
Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες.
Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση "Προς τον Θεό".
Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε... Για να δούμε τι λέει!
Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.
"Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γριούλα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.
Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα, την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.
Δεν έχω άλλα λεφτά στην τράπεζα και δεν έχω κανέναν να μου δανείσει, και άμα δεν τους πάρω δώρα θα στενοχωρηθούν πάρα πολύ γιατί περιμένουν πως και πως όλο το χρόνο.
Σε παρακαλώ αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις κι εγώ θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω..."
Ο υπάλληλος κατασυγκινήθηκε και άρχισε να διαβάζει το γράμμα σε όλους τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο. Όλοι στενοχωρήθηκαν και αποφάσισαν να ξηλωθούν και να βάλουν ό,τι μπορεί ο καθένας και τελικά όλοι μαζί κατάφεραν και συγκέντρωσαν 96 ευρώ.
Τα έβαλαν στο φάκελο και τα ταχυδρόμησαν στη γιαγιά, και μετά επέστρεψαν στη δουλειά τους έχοντας αυτή την θερμή και όμορφη αίσθηση πως έκαναν μια όμορφη, χριστιανική πράξη για το Πάσχα.
Την επόμενη βδομάδα έφτασε νέο γράμμα από τη γριούλα, πάλι με παραλήπτη το
Όλοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου μαζεύτηκαν μέσα στην αγωνία για να διαβάσουν την απάντηση.
"Αγαπητέ Θεέ,
Πώς να σε ευχαριστήσω για το καλό που μου έκανες...;
Με τα λεφτά που μου έστειλες πήρα δώρα και λαμπάδες και πασχαλινά αυγά στα εγγονάκια μου και χάρηκαν πάρα πολύ. Περάσαμε πολύ όμορφα χάρις στο δώρο που μου έκανες από αγάπη. Θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω.
Αιώνια η βασιλεία Σου.
Υ. Γ. Παρεμπιπτόντως, λείπανε 4 ευρώ από το φάκελο. Νομίζω πως τα βουτήξανε αυτά τα καθάρματα που δουλεύουν στο ταχυδρομείο... Τους ξέρω εγώ τι αληταράδες είναι!"
Σε ένα χωριό ζούσε ένας άνθρωπος, ο Κίτσος, ο οποίος είχε την ικανότητα να σπάει καρύδια με το πουλί του.
Αράδιαζε τα καρύδια στο τραπέζι, τα χτύπαγε με το πουλί του και τα καρύδια έσπαζαν. Τα χρόνια πέρασαν και το όνομα του μπάρμπα Κίτσου έγινε θρύλος. Ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα άκουσε την ιστορία του και αποφάσισε να κάνει ένα ρεπορτάζ σχετικά με το θέμα. Ξεκίνησε λοιπόν με το επιτελείο του για το χωριό. Όταν έφτασε συνάντησε κάποιον ντόπιο και τον ρώτησε.
- Μήπως γνωρίζετε την ιστορία του μπάρμπα Κίτσου;
- Ανθρωπέ μου, είσαι τυχερός, γιατί ο μπάρμπα Κίτσος ακόμα ζει. Μπορείς να μάθεις την ιστορία του από τον ίδιο. Θα τον βρεις στο τελευταίο σπίτι του χωριού.
Ο δημοσιογράφος πηγαίνει στο σπίτι του μπάρμπα Κίτσου και στην αυλή βλέπει έναν γεράκο 90 χρονών να σπάει με το πουλί του μεγάλες καρύδες.
Κατάπληκτος ο δημοσιογράφος τον ρωτά:
- Μπάρμπα Κίτσο, είναι δυνατόν όσο ήσουνα νέος και είχες όλες τις δυνάμεις σου να σπας καρύδια, ενώ τώρα που έγινες χούφταλο να σπας ολόκληρες καρύδες; Που είναι και πιο μεγάλες, και πολύ πιο σκληρές;
- Εεε, με πήραν τα χρόνια παιδάκι μου. Δεν βλέπω πια καλά...
Πάει να πιάσει μια δουλειά σαν διευθυντής πωλήσεων σε μία πολυεθνική εταιρία και εκεί ο γενικός διευθυντής του έκανε πρώτα ένα interview για να δει αν ήταν καλός για τη δουλειά. Μετά από ένα ικανοποητικό interview του λέει:
- Ξέρετε κύριε Παπαδόπουλε, αν και έχετε όλα τα προσόντα για το πόστο, δεν μπορώ να σας βάλω διευθυντή πωλήσεων γιατί αυτή η θέση έχει να κάνει με πολύ κόσμο που θα σας βλέπει και αυτό το τικ στο μάτι σας είναι πολύ ενοχλητικό και κάποιοι μπορεί να προσβληθούν κιόλας.
- Α αυτό δεν είναι πρόβλημα, με δύο ασπιρίνες σταματάει. Μισό λεπτό να σας δείξω.
Αρχίζει λοιπόν να ψάχνει στις τσέπες του για το κουτάκι με τις ασπιρίνες.
Αρχίζει και αδειάζει τις τσέπες του, όλες γεμάτες με προφυλακτικά:
Έγχρωμα,με ραβδώσεις, με γεύσεις, με περίεργα σχήματα κλπ.
Ο διευθυντής εξαγριώνεται:
- ΚΥΡΙΕ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΕ! Τι αίσχη είναι αυτά; Δεν μπορώ να δώσω μια τέτοια θέση σε κάποιον που είναι τόσο εξαρτημένος από τις γυναίκες.
- Εξαρτημένος από τις γυναίκες; Μα τι λέτε; Εγώ είμαι οικογενειάρχης άνθρωπος!
- Τότε τι είναι όλα αυτά τα προφυλακτικά;
- Έχετε πάει ποτέ σε φαρμακείο για να πάρετε ασπιρίνες και να κλείνετε συνεχώς το μάτι σας στο φαρμακοποιό;
Καλημέρα πέρα ως πέρα!
Ένας Ιταλός, ένας Εβραίος και ένας Τούρκος είναι στον παράδεισο και θέλουν να κατέβουν στη γη. Μετά από πολλά παρακάλια του Αγ. Πέτρου και, για να τους ξεφορτωθεί, τους λέει:
- Θα πάτε στη γη, αλλά με τους εξής όρους: Ο Ιταλός δε θα φάει πίτσα, ο Εβραίος δε θα πιάσει λεφτά στα χέρια του κι ο Τούρκος δε θα το κάνει...
Οθωμανικά. Αν κάποιος παρεκτραπεί, θα τον πάρω πίσω αμέσως. Κατέβηκαν στη γη λοιπόν και άρχισαν τις βόλτες. Κάποια στιγμή όμως πέρασαν από μια πιτσαρία κι ο Ιταλός δεν άντεξε. Μπαίνει μέσα, παραγγέλνει πίτσα και μόλις βάζει την πρώτη μπουκιά στο στόμα του, τσουπ, εξαφανίζεται.
Ο Εβραίος κι ο Τούρκος τρομοκρατήθηκαν, αλλά εκεί που περπατούσαν, το μάτι του Εβραίου βλέπει μια χρυσή λίρα στο δρόμο. Δεν κρατήθηκε. Σκύβει να την πάρει και, τσουπ, εξαφανίστηκε ο Τούρκος.