Στο 3000 μ. Χ. όλα έχουν εξελιχθεί στο μέγιστο και όταν οι άνθρωποι είχαν κάποιο πρόβλημα με κάποιο μέλος του σώματός τους μπορούσαν να πάνε σε μαγαζιά με ανταλλακτικά ανθρώπων. Μπαίνουν 3 τύποι σε ένα πολυκατάστημα με χέρια, πόδια, μάτια κλπ και τους ρωτάει ο καταστηματάρχης. – Παρακαλώ οι κύριοι τι επιθυμούν; Έχουμε τα πάντα σε λογικές τιμές. Λέει ο πρώτος: – Θα ήθελα ένα δεξί χέρι γιατί το προηγούμενο το έχασα στον 6ο Παγκόσμιο Πόλεμο. – Βεβαίως κύριε περιμένετε να ψάξω στο αρχείο μου. Δεξί χέρι, Δεξί χέρι, δεξί χέρι λυπάμαι στην αποθήκη μου έχω μόνο ένα δεξί χέρι αλλά είναι γυναικείο, το θέλετε; – Φέρτο μωρέ κομμάτια να γίνει, από το να έχω ένα χέρι καλύτερα δύο. Παίρνει το χέρι και κλακ το κουμπώνει στον ώμο του και φεύγει ικανοποιημένος. Λέει ο δεύτερος: – Εγώ θα ήθελα ένα αριστερό πόδι γιατί το έχασα στον πόλεμο με τα cyborgs. – Βεβαίως κύριε περιμένετε καθώς έψαχνε το αρχείο του, αριστερό πόδι, αριστερό πόδι, αριστερό πόδι λυπάμαι κύριε έχω μόνο ένα αριστερό αλλά είναι γυναικείο, το θέλετε; – Βεβαίως και το θέλω, τόσα χρόνια είμαι κουτσός και να μην το θέλω; Παίρνει το πόδι και κλακ το φοράει στο μηρό και φεύγει. Λέει και ο τρίτος χαμηλόφωνα: – Κοίταξε να δεις εγώ δεν έχω πρόβλημα αναπηρίας αλλά το πουλί μου είναι πολύ μικρό μα πάρα πολύ μικρό, μήπως έχετε κάτι ΒΑΡΒΑΤΟ; – Βεβαίως βεβαίως κύριέ μου έχω έναν πούτσο κάπου στους 60 πόντους μήκος και 20 πόντους φάρδος αλλά ανήκε στον διάσημο μαύρο Χαμούντ Πουτσείνογλου που ήταν διάσημος σταρ του πορνό, το θέλετε; – Οχι όχι, θέλω κάτι πιο μακρύ και βαρβάτο. – Α τότε θα σας δώσω μια προβοσκίδα από ελέφαντα που είναι και ευέλικτη αλλά και αρκετά μακρυά και χοντρή. Χαρούμενος ο τύπος τη φοράει τη δένει γύρω από το πόδι του και φεύγει. Μετά από 1 μήνα μπαίνουν πάλι οι 3 τύποι φανερά αγανακτισμένοι και λέει ο πρώτος: – Πάρτο αυτό το διαόλι πίσω γιατί μου έχει σπάσει τα νεύρα, όποτε πάω να κοιμηθώ με τρίβει με τρίβει καθότι είναι γυναικείο το χέρι και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Λέει ο δεύτερος: – Πάρτο πίσω το πόδι γιατί όποτε πάω να κάτσω ή να κοιμηθώ τακ ανοίγει το πόδι σαν πουτάνα και όλοι με παρεξηγούν. Λέει και τρίτος: – Πάρτην αυτήν την αναθεματισμένη κολοπροβοσκίδα γιατί όποτε βλέπει χόρτα τα μαζεύει και τα βάζει στο κώλο μου!
Είναι 2 πούστηδες στην εθνική οδό και τρέχουν με 100 χιλιόμετρα την ώρα. Ξάφνου από μια στροφή πετάγεται μια νταλίκα και από τύχη χτυπάει λίγο το αμάξι τους. Βγαίνει από τη νταλίκα ο νταλικέρης και ζητάει χιλιάδες συγνώμη, μα ο ένας απο τους πούστηδες φωνάζει:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Εκείνη τη στιγμή ο νταλικέρης λέει στον πούστη ότι αν δεν φωνάξει τους μπάτσους θα του έδινε 100.000. Μα ο πούστης συνέχιζε:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Ο νταλικέρης συνεχίζει:
– Συγνώμη κύριέ μου. Θα σας δώσω 500.000 δρχ., μα ο πούστης τίποτα συνέχιζε να φωνάζει. Ο κακόμοιρος ο νταλικέρης μη μπορώντας να κάνει τίποτα είπε στον πούστη ότι αν δεν φωνάξει τους μπάτσους θα του έδινε 1.000.000 δρχ., μα ο πούστης τίποτα το βιολί του:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Οπότε σε μια στιγμή τα παίρνει στο κρανίο ο νταλικέρης και λέει στον πούστη:
– Ε τι θέλεις μωρή ποια, να σου δώσω τ  αρχίδια μου; Οπότε ο πούστης φωνάζει στον άλλο:
– Ρούλη,Ρούλη άσε την αστυνομία το λύσαμε το πρόβλημα με τον κύριο.
Έρχεται ένας Βλάχος στην Αθήνα. Μπαίνει σε ένα ταξί και λέει στο ταξιτζή να τον πάει να πηδήξει. Τον πάει λοιπόν στο Κολωνάκι. Βλέπει μια γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή το πήδημα; – 30.000 και η μπύρα κερασμένη. – 30.000; τόσου ακριβά; καλά θα δω τι θα κάνω. Μπαίνει μέσα στο ταξί και του λέει να τον πάει κάπου πιο φτηνά. Ο ταξιτζής τον πάει στην Ομόνοια. Βλέπει ο Βλάχος μια γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή του πήδημα; – 15.000 και η μπύρα κερασμένη – 15.000; καλά θα δω τι θα κάνω. Ξαναμπαίνει μέσα στο ταξί και του λέει να τον πάει κάπου ακόμα πιο φτηνά. – Θα σε φτιάξω καλά τώρα. Μουρμούριζε εκείνος και τον πάει στη Συγγρού. Βλέπει ο Βλάχος μια τραβεστί αλλά φυσικά την περνάει για γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή του πήδημα; 5.000 και η μπύρα κερασμένη. 5.000; μόνο; πάμε! Πραγματικά πάνε στο ξενοδοχείο. Η τραβεστί κατάλαβε ότι ο Βλάχος τη νόμιζε κανονική γυναίκα και σκεφτόταν πως να του το πει. – Ωραίος καιρός σήμερα! – Μωρή άντε γδύσου εκεί να τελειώνουμε! – θα του το πω χύμα και ότι γίνει. Σκέφτηκε Ξέρεις. Δεν έχω. Κλειτορίδα. Του λέει – Ε! φέρε μια heineken! Εκεί θα κολλήσουμε τώρα;
Η δασκάλα ζητάει απο τα παιδιά να της φέρουν ανεπτυγμένο το θέμα " Θεωρία και Πράξη " την επόμενη μέρα . Ο Μπόμπος στο σπίτι ζητάει την βοήθεια του πατέρα του . Ο Πατέρας του λέει . - " Πηγαίνει στην Μαμά σου και στη Αδελφή σου και ρώτησε της , αν θα πήγαιναν να κοιμηθούν μαζί με εκείνο το παλιόγερο που μένει απέναντι για 1.000.000 η κάθε μία . " Ο Μπόμπος πάει στην Μάνα του και αφού επακολουθεί ένας καβγάς και νυνουχίες τελικά παίρνει την απάντηση ότι για 10.000.000 και για χάρη των σπουδών των παιδιών της θα το έκανε . Στην συνέχεια πάει στην 17χρονη αδελφή του και εκεί αφού γίνεται άλλος καβγάς , παίρνει την απάντηση ότι για 10.000.000 θα πήγαινε αφού έτσι θα μπορούσε να γίνει μοντέλο . Ο Μπόμπος επιστρέφει στο πατέρα του και του λέει τις απαντήσεις. Και τότε ο πατέρας του λέει :
" Πρόσεξε τώρα παιδί μου. Θεωρητικά έχουμε 20.000.000 , πρακτικά όμως 2 πουτ.. Νες .
Μια φορά ήταν ένας τουρίστας που ταξίδευε με λεωφορείο. Μια μέρα λόγο παρατεταμένης στέρησης ρωτά τον εισπράκτορα για το που μπορεί να βρει μια γυναίκα. Ο εισπράκτορας του λέει:
- Εδώ πιο κάτω είναι ένα μοναστήρι και οι καλόγριες βγαίνουν για να ποτίσουν τα χωράφια. Εσύ θα πας εκεί κοντά και άμα δεις καμία που να έχει απομακρυνθεί απο τις άλλες βγες απότομα μπροστά της και πες:
- "Είμαι απεσταλμένος του Θεού και έχω εντολή να σε γαμήσω." και αυτή θα σου κάτσει.
Έτσι ο τουρίστας αφού ευχαρίστησε τον εισπράκτορα στην επόμενη στάση πάει στο μοναστήρι βλέπει μια απομακρυσμένη καλόγρια πετάγεται μπροστά της και κάνει ότι του είχε πει ο εισπράκτορας.
Αφού τελείωσε είχε τύψεις και λέει στην καλόγρια:
- Συγνώμη δεν είμαι απεσταλμένος του Θεού, σου είπα ψέματα.
Και η καλόγρια του απαντά:
- Μη στεναχωριέσαι! και εγώ ο εισπράκτορας είμαι.
Δυο τύποι μοιράζονται ένα διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις 3 τα ξημερώματα, ο από πάνω αρχίζει να παίζει ντραμς. ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ... Ανεβαίνει ο από κάτω έντρομος, με τα σώβρακα. Ο από κάτω :
" Καλά ρε μαλάκα τρελάθηκες ; Ξέρεις τι ώρα είναι ;"
Ο από πάνω :
"Τελευταία πρόβα! Αύριο έχω συναυλία με το συγκρότημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ επαναληφθεί."
Ο από κάτω σκέφτεται, άντε, αφού δε θ επαναληφθεί, δε γαμιέται και φεύγει. Το επόμενο βράδυ, χαράματα, ο από πάνω αρχίζει και κοπανάει τα ντραμς, βαβούρα, ΓΚΑΠ - ΓΚΟΥΠ, της πουτάνας. Ξυπνάει ο από κάτω, ανεβαίνει πάνω και βάζει τις φωνές :
"Ρε μαλάκα δουλεύω αύριο το πρωί γαμώ το κέρατο μου! Τι κοπανάς; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα παίξουμε τελικά, σήμερα αναβλήθηκε η συναυλία." Ο άλλος φεύγει, αφού πρώτα αποσπά την υπόσχεση ότι αυτή η κατάσταση δε θ επαναληφθεί. Φυσικά το επόμενο βράδυ, γύρω στις 4, ο από πάνω αρχίζει να βαράει τα ντραμς, πανικός, κόλαση, ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ, ανεβαίνει ο από κάτω με τη τσίμπλα στο μάτι. "
Τι θα γίνει ρε; Θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε καμιά φορά ή να φωνάξω τους μπάτσους; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα ξαναπαίξουμε, γιατί μας γούσταρε το αφεντικό του club." Το επόμενο βράδυ (κλασσικά), ο από πάνω αρχίζει να τα χώνει στα ντραμς, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ - ΝΤΑΠ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ - ΝΤΑΠ, με τις ώρες. Από τον από κάτω ούτε φωνή, ούτε ακρόαση... Περνάνε δυο ώρες, ο από πάνω παίζει ακόμα, ο από κάτω νεκρική σιγή. "Ρε, μπας κι έπαθε τίποτα ;"
, σκέφτεται ο τύπος, και κατεβαίνει κάτω να δει αν ο άλλος είναι εντάξει. Κοιτάει στο υπνοδωμάτιο, το κρεβάτι άστρωτο, ο τύπος πουθενά. Κοιτάει στην κουζίνα, τίποτα. Κοιτάει στο σαλόνι, τίποτα. Βλέπει φως στο μπάνιο, πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον από κάτω να τραβάει μαλακία. Ο από πάνω :
" Καλά, δε ντρέπεσαι στην ηλικία σου;"
Ο από κάτω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα σε γαμ***!"
Το αγόρι γυρίζει την κοπελιά του στο σπίτι πριν (ως συνήθως) τα μεσάνυχτα.
Όταν φτάνουν στην εξώπορτα, ακουμπάει το χέρι στον τοίχο και της λεει, -«γλυκιά μου κάνε μου μια πίπα» -«τι? είσαι τρελός?!» -«μη στενοχωρείσαι θα είμαι γρήγορος, κανένα πρόβλημα.» -«όχι! κάποιος θα μας δει, κάποιος συγγενής, ίσως ο γείτονας. . .» -«τέτοια ώρα, μεσάνυχτα ειναι κανένας δεν θα μας δει» -«είπα όχι!, και ξανά όχι!
- «γλυκιά μου, είναι μια γρήγορη πίπα, το ξέρω ότι και εσένα σου αρέσει» -«όχι!, είπα όχι!
- «αγάπη μου μην κάνεις έτσι. . .» Αυτή τη στιγμή η μικρότερη αδελφή είχε κατεβεί στην εξώπορτα με την νυχτικιά της, αναμαλλιασμένη και τρίβοντας τα μάτια της λεει, «ο μπαμπάς είπε, πρέπει να του κάνεις μια πίπα, η εγώ να του κάνω μια πίπα, η ο ίδιος θα κατεβεί κάτω να του κάνει μια πίπα, αλλά για το θεό, πες το αγόρι σου να πάρει το χέρι του από το θυροτηλέφωνο.»
Kαλό κορίτσι η Μαρία, αλλά πολύ αθώα. Η μητέρα της ανησυχούσε συνεχώς για το τι θα απογίνει.
Όταν έμαθε ότι η κόρη θα έβγαινε ραντεβού και με έναν άγνωστο κόντεψε να πάθει έμφραγμα με τη σκέψη του τι μπορεί να συνέβαινε.
Την έπιασε λοιπόν, λίγο πριν φύγει, και την συμβούλεψε τα παρακάτω:
- Πρόσεξε κόρη μου. Τώρα που θα πας στο ραντεβού, αν, λέω αν, τυχόν ο > συνοδός σου προσπαθήσει να σου πιάσει τα βυζιά, θα του πεις, μη, έχει αγκάθι και τρυπάει. Εντάξει;
Και αν, αν λέω, προσπαθήσει να σε πιάσει χαμηλά, ξέρεις, ανάμεσα στα πόδια, θα τον σταματήσεις λέγοντας του:
Μη, είναι φούρνος και καίει. Να θυμάσαι.
Χαρούμενη, και σίγουρη με τις συμβουλές τις μάνας της, φεύγει η Μαρία.
Περνούν οι προκαθορισμένες ώρες, περνά και άλλη μία, περνούν δύο τρεις, η μητέρα της έβγαλε σπυράκια από την ανησυχία της.
Τι κάνει τόσες ώρες, τι να έπαθε, δεν τα συνηθίζει αυτά, και άλλα τέτοια.
Τελικά, λίγο πριν η μητέρα της ειδοποιήσει το στρατό να πάει να τη βρει, κατά τις τέσσερις το πρωί, εμφανίζεται στο κεφαλόσκαλο η Μαρία.
Η μάνα της, σίγουρη ότι είναι καλά, αρχίζει το κλασσικό μοτίβο:
- Που ήσουν παλιοκόριτσο, λωρίδες θα βγεις από τα χέρια μου, λέγε γρήγορα τι σου συνέβη και καλύτερα να είναι πιστευτό.
- Ήμουν με το Γιώργο μαμά. Με πήγε για φαγητό.
- Τόσες ώρες για φαγητό, ε; λέγε που πήγατε.
- Ε, να, μετά το φαγητό, πήγαμε μια βόλτα στην παραλία.
- Τι, βόλτα στην παραλία η δική μου κόρη! παλιοκόριτσο, θα σε ταράξω.
Και μετά τι έγινε;
- Ε, καθίσαμε στα βραχάκια.
- ΑΑΡΡΓΓΚΚ, βραχάκια. άκου βραχάκια. Και τι διάολο κάνατε στα βραχάκια;
- Ε, μιλούσαμε, και, να, κάποια στιγμή πήγε να μου πιάσει τα βυζιά.
(στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειώσουμε ότι η μαμά έχει πάρει μια απόχρωση ροζ-προς το σάπιο μήλο και κάνει μια μεγάλη παύση πριν μπορέσει να αρθρώσει την επόμενη κουβέντα) - Και εσύ πως αντέδρασες;
- Ε, φυσικά του είπα, σταμάτα, έχει αγκάθι και τρυπάει.
(ξεφύσημα ανακούφισης από τη μεριά της μαμάς) - Α, πάλι καλά. Και τότε σε έφερε πίσω, ε; Ε; (προσδοκία).
- Εεεεε, όχι τότε ήταν που προσπάθησε να με πιάσει κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια.
Μια έντονη έκφραση πανικού στο πρόσωπο της μητέρας. Το χρώμα γίνεται ωχρό λαχανί, και η παύση μεγαλύτερη) - Και εσύ τι έκανες; τι έκανες, ε;
- Ε, μα ότι με συμβούλεψες. Του είπα, μη, σταμάτα, είναι φούρνος και θα σε κάψει. (ξανά ανακούφιση) - Μπράβο κόρη μου. Τότε ήταν που σε παράτησε και γύρισες με τα πόδια, ε;
- Εεε, όχι ακριβώς, τότε είπε:
- Να βάλω ένα σουβλάκι στον φούρνο να το ψήσω;
(... Ησυχία...) - Και τι έγινε;
- Ε, ρε μάνα, δυόμισι ώρες το έψηνε, και όταν το έβαλα στο στόμα μου, ακόμη ωμό ήταν.
Ο λευκός ιεραπόστολος ζούσε ειρηνικά σε ένα Αφρικάνικο χωριό εδώ κι ένα χρόνο περίπου. Μια μέρα ο αρχηγός του χωριού τον κάλεσε στη σκηνή του για να συζητήσουν για ένα μεγάλο πρόβλημα. - Τι συμβαίνει αρχηγέ; ρώτησε ο ιεραπόστολος. - Εσύ σε μεγκάλο μπελά! Χτες ανιψιά μου γκέννησε λευκό παιντί. Εσύ μόνος λευκός στο χωριό. Αποφασίσω αν εσύ ζήσεις. Ο ιεραπόστολος κοίταξε πίσω από τον αρχηγό προς την πλαγιά του βουνού. - Κοίταξε γέρο μου. Ξέρω ότι φαίνεται άσχημο. αλλά είναι απλώς μια παραξενιά της φύσης. Λέγεται αλβινισμός. Η διαφορετικότητα δε σημαίνει τίποτε. Παντού υπάρχουν εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, κοίταξε εκείνο το κοπάδι με τα άσπρα πρόβατα που βόσκουν στο λόφο απέναντι. - Τα βλέπω. - Τότε θα πρόσεξες ότι στο κοπάδι υπάρχει κι ένα μαύρο πρόβατο. Είναι το μοναδικό μαύρο πρόβατο σε όλο το χωριό αρχηγέ. - Εντάξει, εντάξει. Αν εσύ ντεν μιλήσεις, ντεν μιλήσω κι εγκώ, είπε χλωμιάζοντας ο αρχηγός.