Ο Κωστίκας ήταν βοσκός και αποφασίζει να πάει για δουλειά στη Γερμανία.
Αφήνει τα πρόβατά του στον Γιωρίκα και φεύγει. Μετά από χρόνια γυρίζει ο Κωστίκας απ΄ τη Γερμανία και βρίσκει τον Γιωρίκα στο καφενείο. Τον ρωτάει με μεγάλη αγωνία που είναι τα πρόβατά του. Ο Γιωρίκας του λέει ότι συνέβησαν 4 αρνητικά και 1 θετικό γεγονός.
Γιωρίκας:
- Θυμάσαι το τσοπανόσκυλο που είχες;
Κωστίκας:
- Ναι. Τι έπαθε;
Γιωρίκας:
- Τον πάτησαν τα πρόβατα πάνω στον πανικό τους.
Κωστίκας:
- Ποιον πανικό;
Γιωρίκας:
- Πήρε φωτιά το μαντρί.
Κωστίκας:
- Πώς πήρε φωτιά το μαντρί;
Γιωρίκας:
- Είχα ξεχάσει 1 κερί αναμένο απ΄ το μνημόσυνο της μάνας σου.
Κωστίκας:
- Τι; Πέθανε η μάνα μου. Από τι;
Γιωρίκας:
- Απ΄ την στεναχώρια που πέθανε ο πατέρας σου.
Κωστίκας:
- Πέθανε και ο πατέρας μου κι εγώ δεν ξέρω τίποτα. 4 αρνητικά είπες & 1 θετικό. Το θετικό ποιο είναι;
Γιωρίκας:
- Θυμάσαι το τεστ που είχες κάνεις για το ΕΙΤΖ;
Κωστίκας:
- Το θυμάμαι.
Γιωρίκας:
- Ε, βγήκε θετικό!
Ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας πάνε στη ζούγκλα να πιάσουν μαϊμούδες. Ακολουθούν την εξής ανορθόδοξη μέθοδο: Ο Κωστίκας απ το έδαφος πετάει πέτρες στις μαϊμούδες, για να πέσουν κάτω κι ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και κουνάει τα κλαδιά, μπας και πέσει κάτω καμιά μαϊμού.
Μόλις τα καταφέρουν και πέσει η μαϊμού στο έδαφος, τρέχει ο σκύλος που χουν μαζί τους, τη μαγκώνει, τη γαμάει (δεν έχω καταλάβει γιατί) και την πετάει σ ένα κλουβί, ο Κωστίκας κλείνει την πόρτα του κλουβιού και ξαναρχίζουν την ίδια διαδικασία.
Όταν είχαν μαζευτεί καμιά τριανταριά, αποφάσισαν να πάνε για το σπίτι. Στο δρόμο όμως βλέπουν πάνω σ ένα δέντρο μια πολύ σπάνια μαϊμού. Αποφασίζουν να την πιάσουν. Ο Κωστίκας αρχίζει να πετάει πέτρες. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει στο δέντρο και αρχίζει να κουνάει τα κλαδιά. Η μαϊμού δεν πέφτει όμως. Ο Γιωρίκας ανεβαίνει πιο ψηλά, σε πιο λεπτά κλαδιά και η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη. Σε μια στιγμή βάζει τις φωνές.
- Κωστίκα, έχεις το τουφέκι;
- Ναι, ρε, το χω.
- Είναι γεμάτο και οπλισμένο; ξαναρωτάει ο Γιωρίκας.
- Ναι, οπλισμένο είναι αλλά δε θέλουμε να τη σκοτώσουμε! του απαντάει ο Κωστίκας.
- Να είσαι έτοιμος, λέει ο Γιωρίκας. ?μα πέσω εγώ, σκότωσε το ... σκύλο!
Ένας Πόντιος, ένας Αμερικανός, και ένας Γάλλος, Δραπέτευσαν από τις φύλακες ανδρών.
Εκεί που τρέχανε βρεθήκανε σε ένα δάσος και ανεβαίνουνε ο καθένας σε ένα δέντρο να κρυφτούνε .
Όταν οι τρεις αστυνομικοί ψάχνοντας φτάσανε στο δάσος, πηγαίνουνε κάτω από το δέντρο όπου είχε ανέβει ο Γάλλος και λένε:
- «Ξέρουμε
Ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Γάλλος σκέφτεται γρήγορα και λέει:
- «Τουίτ, Τουίτ, Τουίτ.»
Οι αστυνομικοί σκέφτονται «είναι ένα πουλί» και πηγαίνουνε στο άλλο δέντρο όπου είχε ανέβει ο Αμερικανός.
Και λένε:
- «Ξέρουμε ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Αμερικανός και αυτός σκέφτεται γρήγορα και λέει:
- «Γούού, Γούού, Γούού.»
Οι αστυνομικοί σκέφτονται «είναι μια Κουκουβάγια» και πηγαίνουνε στο άλλο δέντρο όπου ήταν ο Πόντιος.
Και πάλι λένε: :
- «Ξέρουμε ότι είσαι εκεί πάνω, Κατέβα κάτω.»
Ο Πόντιος σκέφτεται για λίγο . . . και λέει ««Μπέέέεε, Μπέέέεε, Μπέέέεε.»
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Ήταν ένα ζευγάρι Ποντίων που ήθελαν να κάνουν παιδιά αλλά δεν μπορούσαν.
Αφού είδαν και απόειδαν πήρε το αφτί τους για τον πεφωτισμένο Γέροντα Πορφύριο που θεράπευε ανίατες ασθένειες και βοηθούσε τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά κι αποφάσισαν να πάνε να τον βρούνε. Ο σεβάσμιος Γέρων τους υποδέχτηκε μετά χαράς. Αφού τους ευλόγησε και τους συμβούλεψε να προσεύχονται στο Θεό και να έχουν βαθύτατη πίστη, τους είπε να πάνε στην Παναγία του Σουμελά να ανάψουν ο καθένας από μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι του και πως η Παρθένος θα τους συμπονούσε και θα πραγματοποιούσε την επιθυμία τους.
Μετά από εκείνη τη συνάντηση το ζεύγος δεν ξαναφάνηκε. Μετά από έντεκα χρόνια ο πεφωτισμένος Γέρων είδε το ανδρόγυνο στον ύπνο του. Αποφάσισε, λοιπόν να πάει να τους βρει και να μάθει τι απέγιναν. Πήρε, λοιπόν, ένα ταξί και πήγε στο Πέραμα όπου διέμενε το ζεύγος. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι.
Π: Γεια σου, δε μένουν πια εδώ ο κύριος και η κυρία Γαβριηλίδου.
- Εδώ μένουν. Εγώ είμαι η κόρη τους.
Π: Δεν είναι κανείς άλλος στο σπίτι;
- Είναι τα άλλα εννιά αδελφάκια μου κι εγώ τα προσέχω.
Π: Κι η μαμά κι ο μπαμπάς που πήγαν;
- Πήγαν στην Παναγία του Σουμελά.
Π: Α, πήγαν να ευχαριστήσουν την Παναγία, έτσι;
- Όχι παππούλη, πήγαν να σβήσουν τις λαμπάδες.
Τρεις αγαπημένοι φίλοι ένας Ιταλός, ένας Γερμανός κι ένας Πόντιος δουλεύουν σε μία οικοδομή. Μόλις χτυπάει το καμπανάκι για κολατσιό βγάζουν ο καθένας το τάπερ του για να φάνε. Ο Γερμανός λοιπόν βλέποντας το φαγητό που του έχει φτιάξει η γυναίκα του λέει: όχι ρε γαμώτο, πάλι λουκάνικο Φρανκφούρτης θα φάω; Αν κι αύριο έχω το ίδιο φαγητό θα πέσω από την οικοδομή να σκοτωθώ! Ανοίγει και ο Ιταλός το τάπερ του, βλέπει το σπαγγέτι που του έφτιαξε η γυναίκα του και λέει: όχι ρε γαμώτο πάλι σπαγγέτι θα φάω σήμερα; Αν αύριο έχω το ίδιο κολατσιό θα πέσω κι εγώ από την οικοδομή. Ανοίγει κι ο Πόντιος και βλέπει κι αυτός το κολατσιό του και λέει: όχι ρε γαμώτο πάλι σάντουιτς θα φάω σήμερα; αν αύριο είναι το ίδιο κολατσιό θα πέσω κι εγώ από την οικοδομή να σκοτωθώ! Την άλλη μέρα δυστυχώς το κολατσιό όλων ήταν το ίδιο οπότε οι τρεις ορκισμένοι φίλοι ένας-ένας με τη σειρά του έπεσαν από την οικοδομή και σκοτώθηκαν. Στην κηδεία η χήρα του Γερμανού οδυρόμενη φώναζε:
"Aχ αντρούλη μου γιατί δεν μου το έλεγες ότι ήθελες άλλο φαγητό να σου φτιάξω;"
. Η γυναίκα του Ιταλού κι αυτή κλαίγοντας φώναζε:
"Aχ αντρούλη μου γιατί δεν μου είπες πως είχες βαρεθεί το σπαγγέτι να σου φτιάξω κάτι άλλο;"
Και η γυναίκα του Πόντιου:
"Aχ Γιορίκα μου γιατί; αχ αντρούλη μου γιατί; γιατί; γιατί; αφού μόνος σου το έφτιαχνες!"