Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι του Κωστίκα:
- Έλα Κωστίκα, ο Γιωρίκας είμαι. Θα έρθω από την Γερμανία και θέλω αν γίνεται να με φιλοξενήσεις.
- Και βέβαια φίλε μου. Ότι θέλεις.
- Να αν γίνεται, επειδή θα έρθω με την Ferrari, αν γίνεται να φτιάξεις ένα υπόστεγο για να την βάλω μέσα, για να μην βρέχεται ή μου τη σπάσει ή κλέψει κανένας.
- Και βέβαια. Θα ξεκινήσω αμέσως.
Ξεκινάει να χτίζει ο Κωστίκας, τον βλέπει ο γείτονας:
- Τι κάνεις εκεί, ρε Κωστίκα;
- Πω πω, γείτονα. Μεγάλη χαρά. Έρχεται ο Γιωρίκας από την Γερμανία και του φτιάχνω ένα υπόστεγο να βάλει μέσα τη Ferrari για να την προστατέψει.
- Μπράβο Κωστίκα. Καλά κάνεις.
Περνάει μια βδομάδα, δυο βδομάδες. Βγαίνει ο γείτονας στο μπαλκόνι και βλέπει ένα τεράστιο υπόστεγο.
- Τι κάνει αυτός ο Κωστίκας, θα σκάσω. Ρε Κωστίκα, τι κάνεις εκεί πέρα;
- Αχ γείτονα, κακό που με βρήκε, που να στα λέω. Με πήρε τηλέφωνο ο Γιωρίκας και μου είπε ότι θα έρθει με το τρένο τελικά.
Tρεις φίλοι, ένας Γερμανός, ένας Iταλός και ένας Πόντιος, δουλεύουνε σε ένα εργοστάσιο.
Kάθε μεσημέρι στο διάλειμμα, ανοίγει καθένας το μπόγο του και τρώνε το φαγητό τους, το οποίο δυστυχώς, είναι κάθε μέρα το ίδιο! Mια μέρα, εξαντλημένοι από τη δουλειά, κάθονται να φάνε και λέει ο Γερμανός πριν να ανοίξει το μπόγο του:
- Έτσι και είναι πάλι λουκάνικα και εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει! Aνοίγει τον μπόγο αργά, μέσα βρίσκει τι άλλο λουκάνικα, οπότε παίρνει φόρα και πηδάει από τον πέμπτο όροφο στο κενό! O Iταλός κοιτάζει πρώτα τον Γερμανό να πέφτει, κοιτάει ύστερα τον μπόγο του αποφασισμένος και λέει:
- Aν βρω πάλι μακαρόνια θα ακολουθήσω τον Γερμανό! Tον ανοίγει λοιπόν και φυσικά παίρνει και αυτός το δρόμο που χάραξε ο φίλος του!Tελευταίος ο Πόντιος, εύχεται κοιτάζοντας τον ουρανό να μη βρει πάλι ψωμί με τυρί, αλλά μέσα στον μπόγο βρίσκει πάλι ένα κομμάτι τυρί και μια μεγάλη φέτα ψωμί ξερό. H συνέχεια είναι αναμενόμενη... Tην επόμενη μέρα στην κηδεία οι τρεις χήρες κλαίνε απαρηγόρητες. Λέει πρώτη η Iταλίδα:
- Φτωχοί άνθρωποι είμαστε, μα αν μου είχε πει πως ήθελε κάτι άλλο θα έβρισκα κάτι να του φτιάξω!Λέει η Γερμανίδα:
- Mα εγώ νόμιζα πως του άρεσαν τα λουκάνικα. Aν ήξερα... Λέει και η Πόντια:
- Mα κάθε μέρα μόνος του το έφτιαχνε το φαγητό!
Μια μέρα ξεκινάει από το Κιλκίς ο Κωστίκας να πάει στη Θεσσαλονίκη. Κάπου στο δρόμο, συναντάει κάποιον που κρατάει έναν καθρέπτη. Δεν είχε ξαναδεί καθρέπτη στη ζωή του. Απορημένος τον ρωτάει σε τι χρησιμεύει. Του απαντάει ο άλλος:
- Για να βλέπεις τα μούτρα σου.
Εντυποσιασμένος, ο Κωστίκας αποφασίζει να κάνει έναν καθρέπτη δώρο στη γυναίκα του, εφόσον ούτε και η γυναίκα του είχε δει καθρέπτη.
Γυρίζει λοιπόν σπίτι του στο Κιλκίς και επειδή ήταν νύχτα και κοιμότανε η γυναίκα του, αποφάσισε πως θα της το έδινε το πρωί και το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι.
Το πρωί που σηκώθηκε πήγε κατευθείαν στο χωράφι και ξέχασε να το δείξει στη γυναίκα του. Αυτή, καθώς έστρωνε το κρεβάτι το βρήκε. Το κοιτάζει, το ξανακοιτάζει, και τρέχει στη μάνα της κλαίγοντας. Τη ρωτάει η μάνα της τι έχει. Αυτή της απαντάει:
- Ο Κωστίκας έχει άλλη. Είδα την φωτογραφεία της κάτω από το μαξιλάρι. Κοίτα και εσύ!
Πέρνει η μάνα το καθρέπτη. Το κοιτάζει και της λέει:
- Καλέ αυτή είναι γριά!... Αφού δεν ξέρουν τι να κάνουν, πηγαίνουν στον παπά του χωριού και του δείχνουν τον καθρέπτη. Ο παπάς κοιτάζει τον καθρέπτη και λέει:
- Καλέ χαζές, αυτός είναι ο Αϊ Γιώργης!