Κλασσικά πέφτουν στη ζούγκλα (όχι του Μάκη) ο Γερμανός, ο Ιταλός, ο Ρώσος και η Ελληνάρα.
Τους πιάνουν οι Μάο Μάο και τους λένε ότι για να τους αφήσουν θα πρέπει να προφυλαχθούν με ότι βρουν μπροστά τους σε κάθε επίθεση που θα τους κάνουν. Αν σωθεί ένας κρατούμενος θα σωθούν και οι άλλοι. Πάει πρώτος ο Ιταλός. Ζητάει μια μεγάλη βάρκα αμπαρώνεται από κάτω και αρχίζουν οι Μάο να χτυπούν τη βάρκα, κλωτσιές, μπουνιές κλπ, σε μία ώρα τέζα ο Ιταλός. Σειρά του Γερμανού. Ζητάει ένα τεράστιο κορμό δέντρου. Mπαίνει μέσα τα ίδια οι Μάο. Χτυπούν τον κορμό, σπάει και βλέπει ο Γερμανός τα ραδίκια ανάποδα. Πάει και ο Ιβάν ο Ρώσος (δυο μέτρα γομάρι) και λέει:
- Εγώ θα πολεμήσω χωρίς καμιά προφύλαξη! Ξεκινούν οι Μάο αλλά μετά από ώρες σταματούν χωρίς να έχουν κάνει τίποτα στο Ρώσο. Έτσι διατάζει ο αρχηγός να αφεθούν ελεύθεροι οι όμηροι. Πετάγεται όμως η Ελληνάρα και κραυγάζει:
- Όχι όχι εγώ θέλω να σας αντιμετωπίσω. Οι Μάο τρελαίνονται. Τρελός είναι σου λέει. Ρε χρυσέ μου, ρε καλέ μου φύγε. Τίποτα ανένδοτος η Ελληνάρα. Με τα πολλά τον στήνουν απέναντι τους και του λένε:
- Και τώρα τι θα βάλεις για προφύλαξη;- Τον Ρώσο!
Ο διάσημος σκηνοθέτης ετοιμάζεται για τα γυρίσματα μιας υπερπαραγωγής τύπου desperado.
Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μικρό χωριό στο Μεξικό και αναζητεί ντόπιους χωρικούς για κομπάρσους. Στη μέση του χωριού κάτω από την πλούσια σκιά ενός δέντρου κάθεται ένας παραδοσιακός Μεξικάνος με ένα τεράστιο σομπρέρο και απολαμβάνει την σιέστα του. Τον πλησιάζει ο σκηνοθέτης και τον ρωτά:
- Θα σε ενδιέφερε να παίξεις σε μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή ως κομπάρσος;
Ο Μεξικάνος μετά από πέντε λεπτά ανασηκώνει βαριεστημένα το κεφάλι και λέει:
- Και τι πρέπει να κάνω;
- Τίποτα το σπουδαίο, ανταπαντά ο σκηνοθέτης, όταν θα μπει στο χωριό ο πρωταγωνιστής, θα σηκώσεις το κεφάλι, θα τον κοιτάξεις με νόημα και θα ξανακατεβάσεις το κεφάλι. Εντάξει;
Και ο Μεξικάνος:
- Τι εντάξει ρε μεγάλε; Εσύ δεν θέλεις κομπάρσο, εσύ θέλεις κασκαντέρ!