Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
- Τώρα που το λες, θα το σκεφτώ και μπορεί να έρθω κι εγώ.
- Έλα τότε.
- Α, δεν μπορώ τώρα, έχω μερικές δουλειές να κανονίσω. Μια που θα πας εκεί, όταν μπορέσεις, γράψε μου ένα γράμμα για το πως είναι τα πράγματα εκεί.
Γράψε μου με κόκκινο στυλό αν όλα τα πράγματα είναι καλά και ωραία εκεί, και με μπλε αν είναι χάλια μέρος για να ζήσει κανείς.
Έτσι λοιπόν, ο Κώστας, μετά από τρεις μήνες, λαμβάνει ένα γράμμα από το φίλο του το Γιώργο.
Αγαπητέ Κώστα,
Τα πράγματα εδώ πέρα είναι τέλεια. Οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, η αστυνομία πολύ οργανωμένη, οι μισθοί είναι υψηλοί, τα ξενοδοχεία φτηνά, ο κόσμος φιλικός... Το μόνο εκνευριστικό πράγμα εδώ πέρα είναι ότι δεν μπορείς να βρεις πουθενά μπλε μελάνι.
Στα όρια του Θεσσαλικού κάμπου γίνεται ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Ανω και Κάτω Κοιλάδας.
Ο Μήτσος όμως, από την Ανω Κοιλάδα, πρέπει να πάει στο χωράφι να διορθώσει μια ζημιά και χάνει τον αγώνα. Αργότερα στο καφενείο ρωτάει τους φίλους του να του πουν τι έγινε. (Οι διάλογοι προσπαθούν να μιμηθούν
Την θεσσαλική προφορά. Μην περιμένετε πάντως να στείλω και mp3).
- "Κιρδίσαμε 3 - 0", του λένε.
- "Κι ποιους έβαλε το πρώτ;", ρωτάει ο Μήτσος.
- "Ο Γιάννς, τς Φωτούλας, που χει το φούρνο στον πέρα μαχαλά!" του λένε.
- "Κι του δεύτερου;" ρωτάει πάλι όλο αγωνία ο Μήτσος.
- "Η Κώτσους, τον ξέρς, δεν τον ξερς;" έρχεται η απάντηση.
- "Κι του τρίτου; Ποιους έβαλι του τρίτου;" συνεχίζει τις ερωτήσεις ο Μήτσος.
- "Μόνιτς! (= Μόνη της! Μάλλον το γήπεδο ήταν κατηφορικό... Μάλλον προς Κίσσαβο, Όλυμπο μεριά έγινε.)", του απαντάνε.
Και ο Μήτσος:
- "Αρε, δεν ήξηρα ότι είχαμι κι Γιουνγκουσλάβο!"
Μια φορά ένας βοσκός πήγε στην ζούγκλα !
Εκεί που καθόταν ήρεμος και έπαιζε την φλογέρα του ακούει ξαφνικά μια κραυγή . ΑααααΑαααααΑαααα ! Γυρνάει και τι να δει ! Ξεπρόβαλε μέσα από τις φυλλωσιές ο Ταρζάν ο βασιλιάς της ζούγκλας . Εκεί που περπατούσε ο Ταρζάν ανάμεσα στο κοπάδι ακούει το σκύλο να γαβγίζει . Γυρνάει και λέει στον βοσκό :
- Καλά ρε δεν ντρέπεσαι δεν τον ταΐζεις τον σκύλο ; Δώσε του κανένα κοκαλάκι πεινάει .
- Καλά και εσύ που το ξέρεις ;
- Εγώ είμαι ο Ταρζαν , μιλάω τη γλώσσα των ζώων !
Τι να κάνει και ο βοσκός δίνει ένα κόκαλο στο σκύλο . Περπατώντας λίγο παρακάτω ο Ταρζαν ακούει έναν γάιδαρο να γκαρίζει . Γυρνάει και λέει στον βοσκό :
- Καλά ρε βοσκέ γιατί δεν φέρνεις μια γαϊδουρίνα στον γάιδαρο για να " ξεχαρμανιάσει " ;
- Καλά ρε και συ που το ξέρεις ότι θέλει ο γάιδαρος να " ξεχαρμανιάσει " ;
- Εγώ είμαι ο Ταρζαν ! Μιλάω τη γλώσσα των ζώων !
Τι να κάνει και ο βοσκός πάει μια γαϊδουρίνα στον γάιδαρο .
Εκεί που περπατούσε λίγο πιο πέρα ο Ταρζαν ακούει μια κατσίκα να βελάζει . Πριν προλάβει να πει τίποτα ο Ταρζαν πετάγεται ο βοσκός και λέει στον Ταρζαν :
- Ότι και να σου πει είναι ψέματα αυτή μου ρίχτηκε πρώτη !
Μια παρέα επαρχιωτών κατεβαίνει προς Πειραιά στα στέκια που συχνάζουν οι Πειραιώτες μάγκες, για να μάθουν να φέρονται πιο μάγκικα.
Μπαίνουν σε ένα κουτούκι και κάθονται με τεντωμένα τα αυτιά τους μπας και αρπάξουν κανένα μάγκικο που δε ξέρουν. Σε λίγο μπαίνει μια παρέα από το λιμάνι. Ώπα θα τη βρούμε λέει τώρα ο ένας επαρχιώτης που και η πόλη του είχε και αυτή λιμάνι, το νου σας μη σας ξεφύγει κάτι.
Εκεί που πίνανε και γλεντάγανε οι Πειραιώτες ένας από αυτούς ρίχνει μια κλανιά, γυρίζει πίσω το κεφάλι του και λέει ναι... Κοιτιούνται οι επαρχιώτες, μετά από λίγο ξαναρίχνει δεύτερη ξαναγυρίζει το κεφάλι του και λέει πάλι .. Ναι.
Να μην το παρατραβήξουμε αυτό έγινε και τρίτη και τέταρτη φορά ο μάγκας ξαναγύριζε το κεφάλι του και έλεγε πάντα ναι... Οπότε δεν κρατήθηκε ο ένας επαρχιώτης και με απορία ρωτάει τον Πειραιώτη γιατί κάθε φορά που ρίχνει και μία γυρίζει το κεφάλι του και λέει πάντα ναι.
- Ααα... Του λέει ο Πειραιώτης ο πισινός μου ρωτάει κάθε φορά εάν είστε από το Βόλο και του λέω ναι.. ναι