φρέσκα ανέκδοτα

Μία κοπέλα είχε μικρό στήθος κι έψαχνε λύση στο πρόβλημά της. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ανόρθωσης, μεγέθυνσης, προσθήκης σιλικόνης, τίποτα. Κάποτε βλέπει μια σχετική αγγελία σε εφημερίδα και κλείνει ραντεβού. Ο "γιατρός" της λέει:
- "Η μέθοδός μου είναι ασυνήθιστη, αλλά αλάνθαστη. Θα σας δώσω μια αλοιφή, με την οποία θα πρέπει κάθε μέρα στις δώδεκα το μεσημέρι να αλείφετε στο στήθος σας τραγουδώντας το τραγουδάκι "μια ωραία πεταλούδα". Αλλά προσέξτε: θα πρέπει να κάνετε τη θεραπεία ανελλιπώς. Μια φορά να την παραλείψετε δε θα υπάρξει αποτέλεσμα." Η κοπέλα υποσχέθηκε να τηρήσει τις οδηγίες κι έφυγε. Την επόμενη μέρα στις δώδεκα ακριβώς μέσα στο δωμάτιό της άρχισε να αλείφει την αλοιφή και τραγουδούσε "μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..". Στις τρείς-τέσσερις μέρες παρατήρησε σημαντική βελτίωση. Και χαρούμενη συνέχισε τη θεραπεία. Έτυχε μια απ τις επόμενες μέρες το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε να πέσει σε μποτιλιάρισμα. Βιαζόταν να φτάσει στο σπίτι της πριν τις δώδεκα η ώρα για τη θεραπεία. Αλλά έφτασε δώδεκα η ώρα κι ακόμα ήταν μέσα στο λεωφορείο. "Δε βαριέσαι, μπροστά στο ωραίο στήθος που θ αποκτήσω, κομμάτια να γίνει", σκέφτηκε κι αμέσως γδύθηκε απ τη μέση κι επάνω, άλειψε την αλοιφή στο στήθος της κι άρχισε την εντριβή και το τραγούδι:
"Μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..."
. Το πλήθος θορυβημένο άρχισε να γελάει, να σφυρίζει, να φωνάζει... Σε μια στιγμή ο οδηγός, έχοντας ακούσει τη φασαρία, σταματάει και πηγαίνει να δει τι συμβαίνει. Ανοίγει δρόμο μέσα απ το πλήθος και μόλις βλέπει την κοπέλα παγώνει. Έντρομος κοιτάζει το ρολόι του, κατεβάζει το παντελόνι του κι αρχίζει να παίζει τον π**τσο του τραγουδώντας:
"Ω, έλατο, ω έλατο, μ αρέσεις, πώς μ αρέσεις... ".
Ο Παναθηναϊκός χάνει άλλο ένα ματς και ο κόσμος αγανακτεί. Εισβάλλουν λοιπόν στα αποδυτήρια και γίνεται πανικός.
Τότε έρχεται μια ιδέα του Σαλπιγγιδη:
"Θα φέρω μια στολή αστυνομικού στα αποδυτήρια, ώστε όταν ξαναγίνουν επεισόδια, θα την φοράω και θα φεύγω άνετα!"
Όντως, την επόμενη φορά (όπως πάντα) ξαναγίνονται επεισόδια. Φοράει γρήγορα ο Σαλπιγγίδης τη στολή του μπάτσου, κανένας δεν τον αναγνωρίζει και φεύγει ανενόχλητος.
Στο δρόμο, του φωνάζει μια γριούλα:
- Σαλπιγγιδη, παιδάκι μου, μπορείς να με περάσεις απέναντι;
Τρελλαίνεται ο Σαλπιγγιδης. Καθώς την περνάει απέναντι, σκέφτεται:
- Καλά, εδώ ξέφυγα από τόσους οπαδούς που με βλέπουν συνέχεια και με γνωρίζουν, η γριά πώς με αναγνώρισε;
Την επόμενη αγωνιστική, ξανά χάνει ο βάζελος, ξανά επεισόδια, ξαναβάζει τη στολή του μπάτσου, φεύγει ανενόχλητος... Ξανά η γριά στο δρόμο:
- Σαλπιγγιδη, με περνάς σε παρακαλώ απέναντι;
Κόκκαλο ο Σαλπιγγιδης!
Την περνάει ξανά απέναντι, και φεύγοντας σκέφτεται:
"Την επόμενη φορά, θα την ρωτήσω πώς με αναγνωρίζει"
Έρχεται η επόμενη φορά, ξανά ήττα, ξανά επεισόδια, ξανά στολή, ξανά η γριά να την περάσει απέναντι.
Σαλπιγγιδης:
- Θα σε περάσω γιαγιά, αλλά πες μου σε παρακαλώ, εδώ δεν με αναγνωρίζουν οι οπαδοί, εσύ πώς με αναγνωρίζεις;
Κι η γριά:
- Σκάσε ρε βλάκα! Ο Γκούμας είμαι!