φρέσκα ανέκδοτα

Ανάπαυση;
Το ζευγάρι τσακώνονταν συνεχώς, κάποια φορά η γυναίκα λέει:
"Ρε άει στον διάολο !"
Ο σύζυγος το πήρε πολύ βαριά και αποφάσισε να πεθάνει,
Οπότε πήγε στο νεκροταφείο μπήκε σε ένα τάφο και σκεπάστηκε με την πλάκα.
Η γυναίκα τον έψαχνε από δω, τον έψαχνε από κει, τίποτα.
Περνάει κι από το νεκροταφείο και βλέπει τον φύλακα:
"Ε, κυρ-Γιάννη μήπως είδες τον άντρα μου;"
"Όχι κυρά μου"
Την λέει, αλλά της κλείνει το μάτι με νόημα:
Θα το τακτοποιήσω, μην ανησυχείς.
Ο φύλακας λοιπόν συνέλαβε σχέδιο πονηρόν:
Με το που νύχτωσε, άρχισε να χτυπάει όλους τους τάφους
ΤΟΚ ΤΟΚ και φώναζε:
"Ε σηκωθείτε, όλοι, έχουμε δουλειά"
Πάει και στον σύζυγο από πάνω και χτυπούσε:
"Εσύ σήκω έχουμε δουλειά είπα"
Τώρα ο τύπος μέσα στον τάφο λέει
"Μα είμαι πεθαμένος! Τι θέλει αυτός;"
Πάλι ο φύλακας να χτυπά την πλάκα από πάνω ΤΟΚ ΤΟΚ
"Εσύ σήκω είπα, όλοι δουλεύουν, τι κάθεσαι;"
Οπότε ο τύπος ανοίγει την πλάκα και του λέει ο φύλακας:
"Λοιπόν πάρε αυτό το καροτσάκι και μετάφερε εκείνα τα μπάζα
Με τους άλλους, να εκεί στην οικοδομή, όλοι μαζί"
Τι να κάνει; παίρνει ένα καροτσάκι και μετέφερε όλο το βράδυ τα χώματα.
Δεν έβλεπε και κανέναν άλλο, σου λέει εμείς οι πεθαμένοι δεν βλεπόμαστε !
Πρόσεχε μην τον χτυπήσουν και τίποτα (αόρατα) καροτσάκια των άλλων.
Με το που άρχισε να ξημερώνει "Εντάξει, τέλος, όλοι μέσα, αύριο πάλι"
Φώναζε ο φύλακας. Ο τύπος λοιπόν, λερωμένος, κουρασμένος
Κρύβεται να μην τον δούν και, μόλις βρίσκει ευκαιρία, φεύγει τρέχοντας.
Ο φύλακας (χαρούμενος για την επιτυχία) έκανε ότι δεν τον είδε.
Επιστρέφει λοιπόν ο τύπος σπίτι του και όπως γυρνούσε,
Βλέπει στην γειτονιά μια αγρυπνία για έναν πεθαμένο.
Μπαίνει μέσα, κόσμος πολύς, να κλαίει η γυναίκα του νεκρού:
"Ααααααχ αντρούλη μου, θα ξεκουραστείς τώρα και μένα μ άφησες
Ααααααχ που όλο έσκαβες και κουραζόσουν"
Ο τύπος λοιπόν πάει στο αυτί του πεθαμένου και του λέει:
"Μεγάλε, όταν ρίξουν τα μπετά, την έβαψες."
Ένας παππούς είχε ένα 2όροφο σπίτι.
Σκέφτηκε λοιπόν να νοικιάσει τον πάνω όροφο για να έχει ένα ετξρά εισόδημα. Αφού έβαλε αγγελία στην εφημερίδα, μετά από μερικές ημέρες του απάντησαν κάτι φοιτητές. Όταν οι φοιτητές είδαν το σπίτι ενθουσιάστηκαν και ήθελαν να το νοικιάσουν. Ο παππούς συμφώνησε αλλά με μια προϋπόθεση να μην κάνουν φασαρία. Η συμφωνία έκλεισε και την επόμενη ημέρα οι φοιτητές μετακόμισαν στο σπίτι.
Το βράδυ, την ώρα που ο παππούς έπεσε για ύπνο και έλεγε ότι οι νοικάρηδες του ήταν ήσυχα παιδιά, άκουσε από πάνω μια μπάντα να παίζει. Πήρε το μπαστούνι του ανέβηκε σιγά-σιγά τη σκάλα και χτυπάει το κουδούνι.
- Τι έγινε ρε παιδιά; Σας είπα να μην κάνετε φασαρία και εσείς εδώ έχετε συναυλία!
- Μην ανησυχείς παππού. Δεν είναι τίποτα. Επειδή έχουμε ένα συγκρότημα και αύριο έχουμε μια συναυλία, κάνουμε τελευταία πρόβα για να παίξουμε καλά αύριο. Μετά τη συναυλία θα ηρεμήσουμε.
- Αν είναι έτσι εντάξει λέει ο παππούς και κατεβαίνει κάτω.
Την επόμενη ημέρα πάλι τα ίδια. Ξανανεβαίνει πάνω ο παππούς και τους ρωτάει τι έγινε. Οι φοιτητές δικαιολογήθηκαν λέγοντας ότι η συναυλία αναβλήθηκε για την επόμενη ημέρα και κάνουν τελευταία πρόβα.
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και πάντα η δικαιολογία ήταν ότι οι φοιτητές έχουν τελευταία πρόβα για την συναυλία που θα γίνει την επόμενη ημέρα.
Κάποια στιγμή ο παππούς σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω. Πέρασε 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και ο παππούς δεν έδωσε σημεία ζωής.
Κάποια στιγμή οι φοιτητές αναρωτήθηκαν τι έγινε ο παππούς, μήπως από τις αϋπνίες πέθαινε.
Έτσι αποφασίζουν να κατέβουν κάτω για να δουν μήπως έπαθε τίποτα ο παππούς.
Μπαίνουν μέσα στο σπίτι κοιτάνε στο σαλόνι, πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στο υπνοδωμάτιο πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στην κουζίνα πουθενά ο παππούς. Τέλος κοιτάνε και στο μπάνιο.
Εκεί βλέπουν τον παππού να κάθετε στην τουαλέτα και τραβάει μαλακία.
- Ρε παππού, δεν ντρέπεσαι στην ηλικία σου να τραβάς μαλακία;
- Δεν είναι τίποτα παιδιά μου τελευταία πρόβα είναι. Αύριο θα ανέβω επάνω να γα**σω!