φρέσκα ανέκδοτα

Το σπίτι του χωρικού επισκέπτονται διάφοροι καθημερινά, που ενδιαφέρονται για την αγορά της αγελάδας. Την παρατηρούν, την χαϊδεύουν, την αγκαλιάζουν με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι πιάνουν τα μαστάρια (βυζιά) της. Ο μικρός προσέχει τις κινήσεις των ξένων και ρωτά τον πατέρα του:
- Γιατί μπαμπά όλοι αυτοί χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν και πιάνουν τα μαστάρια της αγελάδας μας;
- Διότι παιδί μου την αγελάδα θα την πουλήσω και κατ` αυτόν τον τρόπο εκτιμούν την αξία της.
Ο τετραπέρατος μικρός κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και αρκετά στεναχωρημένος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς του.
Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας ο μικρός από το νηπιαγωγείο, βλέπει τη μαμά αγκαλιασμένη με τον γείτονα και να της χαϊδεύει τα βυζιά. Βάζει τα κλάμματα και με το που επιστρέφει ο μπαμπάς από τη δουλειά με ύφος αυστηρό του λέει:
- Μπαμπά την αγελάδα την πούλησες, αλλά τη μαμά δεν θέλω να την πουλήσεις...
Ηταν κάποτε ο Γιωρίκας και συναντάει ένα φίλο του στο δρόμο που κρατούσε ένα βιβλίο.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι αυτό το βιβλίο;
ΦΙΛΟΣ: Τι να σου λέω τώρα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Πες βρε.
ΦΙΛΟΣ: Λογική.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι λογική;
ΦΙΛΟΣ: Θα σου πω ένα παράδειγμα, έχεις ενυδρείο στο σπίτι σου;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα σ` αρέσει το ψάρεμα;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και η θάλασσα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι βρε.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και οι γυναίκες με τα μπικίνι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Εννοείται.
ΦΙΛΟΣ: Άρα είσαι άντρας.
Την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιωρίκα (έχει αγοράσει το βιβλίο και το έχει στην τραπεζαρία) τον ρωτάει ο φίλος του ο Κωστίκας:
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Τι ειναι αυτό το βιβλίο;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι να σου λέω τώρα που θα καταλάβεις εσύ.
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Πες μωρέ.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ενυδρείο έχεις σπίτι σου;
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Όχι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ε, άρα είσαι π0υ$+η$ !
Πάει ο τοτός στο γιατρό του να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει.
- Τι γίνετε γιατρέ; Όλα καλά, έτσι;
- Δυστυχώς έχω δυσάρεστα νέα και πολύ δυσάρεστα νέα, λέει ο γιατρός. Ποιά θες να ακούσεις πρώτα;
- Τι μου λες γιατρέ τώρα; Με κάνεις και ανησυχώ. Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα. Τι τρέχει;
- Κοίτα! Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχεις 24 ώρες ζωής!
- Τι λες ρε γιατρέ τώρα; Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή;
- Σε ψάχνω από χθες...!
Μια ηλιόλουστη μέρα πάει ο Χρήστος στο σπίτι του Γιάννη. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η γυναίκα του Γιάννη.
Γεια σου Πόπη, ο Γιάννης που είναι;
Γεια σου Χρήστο, δεν ξέρω, όμως αν θέλεις μπορείς ευχαρίστως να τον περιμένεις.
Ναι αμέ, αν κεράσεις και καφέ περιμένω.
Έλα, έλα Χρήστο πέρασε.
Αφού περίμενε ο Χρήστος και άρχισε να βαριέται λέει:
Πόπη μου με συγχαρείς αλλά τόση ώρα που σε βλέπω με έχεις ανάψει. Να σου δώσω 100.000 δρχ. να μου δείξεις το βυζί σου;
Η Πόπη κοκκίνισε, πρασίνισε, αλλά τα 100.000 δρχ. είναι καλό ποσό για να δείξω το βυζί μου σκέφτηκε.
Με φέρνεις σε δύσκολη θέση Χρήστο μου αλλά αν μου δώσεις τα λεφτά ναι γιατί όχι.
Πάρε Πόπη μου, να πάρτα.
Βγάζει το βυζί της λοιπόν.
Τώρα ο Χρήστος άναψε για τα καλά.
Να σου δώσω άλλα 100.000 δρχ. να μου δείξεις και το άλλο βυζί σου;
Ναι μια που είδες το ένα στο άλλο θα κολλήσουμε; Δώσε μου τα λεφτά.
Να καλή μου, πάρε, άντε βγάλτο έξω!
Τσουπ να και και το άλλο το βυζόμπαλο πετάχτηκε μπρος στα μάτια του Χρηστάρα.
Μετά από λίγο μια που περνούσε η ώρα λέει ο Χρήστος:
- Πόπη μου πάω να φύγω τα λέμε.
Μισή ώρα αργότερα να και ο Γιάννης...
Τι γίνεται Ποπίτσα μου;
Καλά Γιάννη μου ήρθε από εδώ και Χρήστος, σε περίμενε λίγο και μετά έφυγε.
Ναι! Ποπίτσα μήπως σου έδωσε τα 200.000 δρχ. που μου χρωστάει;