φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Bρισκόμαστε σε ένα πανευρωπαϊκό διαγωνισμό μαέστρων. A κάθε μαέστρος πρέπει να καταλάβει το εσκεμμένο λάθος που κάνει κάποιο όργανο από την ορχήστρα.
Πρώτος διευθύνει ο γερμανός. Σε κάποιο σημείο, ενώ η ορχήστρα εκτελούσε το κομμάτι, τη σταματάει απότομα και λέει:
- Tο τρίτο βιολί στο εικοστό τρίτο μέρος έπαιξε Nτο δίεση ενώ έπρεπε να παίξει Nτο φυσικό.
Δεύτερος ο ιταλός, ενώ η ορχήστρα έπαιζε το κομμάτι, τη σταματάει απότομα και λέει:
- Tο βιολοντσέλο στο πεντηκοστό έβδομο μέτρο έπρεπε να παίξει Λα δίεση αλλά δεν έπαιξε.
Mετά από αρκετούς, ήρθε και η σειρά του έλληνα. Eνώ η ορχήστρα εκτελούσε το κομμάτι κανονικά, ο μουσικός με τα κρουστά σηκώνεται όρθιος και χτυπά με δύναμη τα δυο ταψιά που κρατούσε στα χέρια του.
Aμέσως ο έλληνας μαέστρος σταματά την εκτέλεση και ρωτάει νευριασμένος:
- ΠOIOΣ το έκανε αυτό;
Την εποχή που ο Σημίτης ήταν πρωθυπουργός και επικρατούσε η ανεργία ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας ήταν άνεργοι. Έτσι αποφάσισαν να πάνε στη Γερμανία. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα πάμε στη Γερμανία ρε Γιωρίκα;
Γιωρίκας:
"Εγώ τα μαθαίνω γρήγορα τα γερμανικά μη στεναχωριέσαι."
Έτσι πήγαν στη Γερμανία. Εκεί με τα χίλια ζόρια τελικά βρήκαν δουλειά. Πέρασε η μέρα και λογικό ήταν να πεινάσουν. Έτσι πήγαν σε ένα εστιατόριο. Όμως δεν ξέρανε γερμανικά.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα παραγγείλουμε;"
Γιωρίκας:
"Εγώ τα έμαθα τα γερμανικά μη φοβάσαι."
Έρχεται λοιπόν ο σερβιτόρος και λέει ο Γιωρίκας:
- "Θέλω ένα πατατόφ, ένα μπιφτεκόφ, ένα μπριζολόφ και ένα σουβλακόφ."
Τα γράφει λοιπόν ο σερβιτόρος. Περνάει λίγη ώρα και τα φέρνει… λέει λοιπόν ο Κωστίκας:
- "Μπράβο ρε Γιωρίκα όντως τα έμαθες τα γερμανικά."
Και τότε γυρνάει ο σερβιτόρος και λέει:
- "Αν δεν ήμουνα ελληνόφ θα τρώγατε σκατατόφ!"