φρέσκα ανέκδοτα

Μια φορά πάει ένας τύπος σε ένα μπαρ, και με ύφος βαρύμαγκα ασήκωτου παραγγέλνει έναν φραπέ.
Τα γκαρσόνια κοιτάζονται μεταξύ τους, και λέει ο ένας:
- Αφήστε, και θα τον φτιάξω εγώ.
Πλησιάζει τον βαρύμαγκα και τον ρωτάει:
- Τι είδους φραπέ θέλεις φίλε, μάγκικο ή πούστικο;
Ξαφνιασμένος ο τύπος απαντάει "μάγκικο" και τότε το γκαρσόνι του πηγαίνει έναν φραπέ χωρίς γάλα και ζάχαρη, σκέτο καφέ και νερό.
Ο βαρύμαγκας τον δοκιμάζει, του έρχεται να τον φτύσει, αλλά τον πίνει με το ζόρι για να δείξει ότι είναι μάγκας.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια.
Αυτήν την φορά πίνει τον καφέ μέχρι την μέση και φεύγει.
Την τρίτη φορά τα ίδια. Ο βαρύμαγκας παίρνει τον μάγκικο καφέ, πίνει μια-δυο γουλιές και τον παρατάει.
Ξαναεμφανίζεται την άλλη μέρα, παραγγέλνει φραπέ, και το γκαρσόνι τον ρωτάει πάλι:
- Μάγκικο ή πούστικο;
- Μάγκικο, λέει αυτός.
Καθώς το γκαρσόνι πάει προς το μπαρ, ο βαρύμαγκας του λέει χαμηλόφωνα:
- Ψιτ, φίλε, βάλε και λίγη πουστιά στον καφέ!
Παίρνει ένας παπάς εντολή να πάει στην Κρήτη να ασκήσει το επάγγελμά του.
Μετά από δυο χρόνια, απελπισμένος γυρίζει στην Αθήνα. Μπουχτισμένος από τους Κρητικούς, μιλάει αρνητικά για αυτούς όπου σταθεί και όπου βρεθεί. Έρχεται λοιπόν η Κυριακή και μετά το εκκλησίασμα μιλάει στους πιστούς του για την εντολή "ου κλέψεις":
"Ο Θεός τέκνα μου, εδίδαξε να μην κλέβουμε, όχι σαν τους Κρητικούς που κλέβουν ο ένας τα ζώα του άλλου..."Γίνονται παράπονα και ο επίτροπος του ζητάει να μην επαναληφθεί το συμβάν. Την επόμενη Κυριακή, όταν έφτασε η ώρα του κηρύγματος αρχίζει να τους μιλάει για την εντολή "ου φονεύσεις"
:
"Ο Θεός εδίδαξε να μην σκοτώνουμε. Όχι σαν τους Κρητικούς που σκοτώνουν ο ένας τον άλλο με τις βεντέτες τους..."Γίνονται περισσότερα παράπονα και ο επίτροπος τον απειλεί ότι αν το ξανακάνει θα είναι και η τελευταία του φορά... Αυτός συμφωνεί. Την επόμενη λοιπόν Κυριακή, μετά την λειτουργία αρχίζει να τους μιλά για τον Μυστικό Δείπνο... "
Εκεί που κάθονταν γύρω από το τραπέζι, ο Χριστός με τους μαθητές του, τους αποκαλύπτει:
- Ένας από εσάς θα με προδώσει σήμερα!Και τότε πετάγεται ο Ιούδας και λέει:
- Και γιάντα ξανοίγεις εμένα, μπρε σύντεκνε;"
Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα χρόνια, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:
- Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!
Μετά απο είκοσι δύο χρόνια δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:
- Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.
Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις, αλλά με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει.
Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:
- Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!
Είναι δυο τύποι και συζητούν για τους νέους της εποχής.
- Α, εγώ τους συμπαθώ τους ΕΜΟ, λέει ο ένας.
- Α πα πα! του λεει ο άλλος. Έγώ, μόνο που τους βλέπω να πετάνε δακρυγόνα στους δρόμους και κάνουν εξεγέρσεις, τους σιχαίνομαι!
- Τους μπερδεύεις με τους αναρχικούς! του λέει ο άλλος.
- Συγνώμη, ανατριχιάζω που τους κοιτάω με τα ξυρισμένα τους καφάλια.
- Τους μπερδέυεις με τους νεοναζί! του ξαναλέει ο πρώτος.
- Ναι, που φοράνε τις κουκούλες στα κεφάλια και περπατάνε σαν μαύροι!
- Τους μπερδεύεις με τους κάγκουρες. Απαντά ο φίλος του.
- Σιγά μωρέ, που μου μοστράρουν μες στα διθέσια με τα σινιέ και τους και μαζεύουνε ήλιο στην Κηφισιά!
- Τους μπερδεύεις με τους τρέντυ.
- Ε, και τι έιναι τελικά αυτοί οι ΕΜΟ;
- Είναι αυτοί που φασώνονται χωρίς λόγο, και μέσα στην απόλυτη απογοήτευση για την ζωή, ψάχνουν την λύση στο θέμα της αυτοκτονίας.
- Τους μπερδέυεις με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας!