φρέσκα ανέκδοτα

Για αρκετά χρόνια προσπαθούσα να βρω γιατί αισθάνομαι κουρασμένος και κατηγορούσα την έλλειψη ύπνου. Τώρα όμως ξέρω τον πραγματικό λόγο... Είμαι κουρασμένος γιατί δουλεύω υπερβολικά!
Ο πληθυσμός αυτής της χώρας είναι 11.000.000 . Τα 5.100.000 είναι συνταξιούχοι και βρέφη... Μας μένουν λοιπόν 5.900.000 για να κάνουν τη δουλειά.
Από αυτούς τα 3.000.000 είναι σε σχολεία (Δημοτικό μέχρι Μεταπτυχιακά) άρα μένουν 2.900.000 για να κάνουν τη δουλειά.
Από αυτούς, 800.000 είναι στο στρατό (αξιωματικοί και φαντάροι) και μας μένουν 2.100.000 να κάνουν τη δουλειά.
Βγάλε έξω και 1.500.000 δημοσίους υπαλλήλους (που τα ξύνουν) άρα μένουν 600.000 να κάνουν τη δουλειά.
Αν σκεφτείς ότι κάθε χρονική στιγμή, στα νοσοκομεία υπάρχουν 188.000, μας μένουν 412.000 για να κάνουν τη δουλειά.
Επίσης υπάρχουν 358.998 στις φυλακές. Μας μένουν 53.002 για να κάνουν τη δουλειά.
Αν σκεφτείς ότι οι άνεργοι είναι 53.000 πολύ εύκολα καταλαβαίνεις ότι μένουν μόνο 2 για να κάνουν τη δουλειά. Εσύ κι εγώ.
Κι εσυ καθεσαι και διαβαζεισ email!
Ξεκινάει ένα πρωί ο αγρότης για το χωράφι του και εκεί που περπάταγε αμέριμνος και χάζευε το ωραίο τοπίο, ακούει ένα σφύριγμα.
Κοιτά δεξιά, κοιτά αριστερά, και βλέπει στο μπαλκόνι ενός σπιτιού μια δίμετρη κοπέλα, γυμνή, να του κάνει νεύμα να ανέβει στο μπαλκόνι.
Χωρίς να το πολυσκεφτεί αυτός, πιάνεται από το δέντρο, σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι.
Μόλις ανεβαίνει όμως στο μπαλκόνι και πριν γίνει τίποτε με την κοπέλα, εμφανίζεται ένας δίμετρος αράπης. Πιάνει ο αράπης τον αγρότη τον βάζει κάτω, του αλλάζει τα φώτα στο πήδημα, και μετά τον διώχνει.
Την άλλη μέρα, ξαναξεκινά ο αγρότης για το χωράφι του. Περνάει από το ίδιο σπίτι, και ξαναβλέπει την ίδια κοπέλα.
- Έλα πάνω, του λέει. Δεν είναι κανείς!
Σκαρφαλώνει αυτός πάλι στο μπαλκόνι, αλλά ξαναεμφανίζεται ο δίμετρος αράπης και ξανά-μανά του δίνει και καταλαβαίνει.
Την τρίτη μέρα, πάλι το ίδιο.
Την τέταρτη μέρα, όταν του ξανασφυρίζει η κοπέλα, την ρωτά:
- Ρε κοπέλα, πές μου ειλικρινά, είναι ο αράπης πάνω;
- Όχι, αυτήν την φορά δεν είναι...
- Ε, τότε τί να ανέβω!
Κάποτε δυο φίλοι είχαν ανοίξει απέναντι ο ένας απ τον άλλο σουβλατζίδικα. Ο ένας είχε πάρα πολύ δουλειά. Ο άλλος σχεδόν τίποτα και αυτό συνεχιζόταν για πολύ.
Ένας κοινός τους φίλος, θέλοντας να βοηθήσει αυτόν που δεν είχε δουλειά, ρώτησε τον άλλον με την πολύ δουλειά, τι υλικά χρησιμοποιεί και το σουβλάκι του είναι τόσο νόστιμο και το προτιμάει ο κόσμος.
Του λέει λοιπόν τη συνταγή:
- "Βάζω μέσα στο κιμά και μια ποσότητα με σκατά και γι` αυτό το σουβλάκι μου είναι πεντανόστιμο."
- "Τι λες βρε παιδί μου;", λέει ο φίλος τους απορώντας.
- "Ναι! σου λέω", του λέει ο σουβλατζής.
Τρέχει λοιπόν με ανυπομονησία στον άλλο σουβλατζή για να του μαρτυρήσει το μυστικό και του λέει:
- "Ρε `συ ξέρεις τι βάζει ο άλλος απέναντι και το σουβλάκι του είναι τόσο νόστιμο;"
- "Τιιι;", ρωτάει ο άλλος.
- "Βάζει μέσα και λίγα σκατά μαζί με το κρέας."
- "Σώπα ρε, τι μου λες; Σοβαρά; Βάζει και κρέας μέσα;"
Ήταν κάποτε ενα κοριτσάκι που κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο έλεγε την προσευχή του.
Το ακούει ένα βράδυ ο πατέρας του να λέει:
- Θεούλη μου, να έχεις καλά την μαμά μου, τον μπαμπά μου και να δώσεις ενα μεγάλο φιλί στην γιαγιά μου!
Την επόμενη ημέρα πέθανε η γιαγιά.
Το βράδυ:
- Να έχεις καλά την μαμά, τον μπαμπά και να δώσεις ενα φιλί στην θεία.
Την επόμενη ημέρα πέθανε η θεία.
Ο μπαμπάς που την είχε ακούσει και εκείνο το βράδυ έκατσε εξω απο την πόρτα και άκουσε:
- Να έχεις καλά την μαμα μου, τα αδερφάκια μου και να δώσεις ένα τεράστιο φιλί στον μπαμπά μου.
Ο μπαμπάς πέρασε μία πολύ δύσκολη νύχτα, αλλά μέχρι το βράδυ που γύρισε σπίτι, τίποτε δεν του συνέβει.
- Γυναίκα, λέει στην γυναίκα του, βάλε μου να φάω γιατί είχα μία πολύ δύσκολη μέρα.
- Εσύ είχες δύσκολη μέρα; Εγώ τι να πω που ήρθε σπίτι ο κουμπάρος και πέθανε;
Ένας πελάτης μπαίνει σε ένα μπαρ έχοντας δίπλα του ένα τεράστιο λυκόσκυλο και κάθεται στον πάγκο. Ο μπάρμαν του λέει:
- Έι, δεν μπορείς να φέρεις αυτό τον σκύλο εδώ μέσα. Απαγορεύονται τα ζώα.
- Μα είναι οδηγός τυφλού, απαντάει ο πελάτης.
- Καλά, τότε. Αν είναι έτσι, μπορεί να μείνει.
Λίγο αργότερα, ο άντρας με το λυκόσκυλο σηκώνονται για να φύγουν.
Καθώς περπατάνε προς την πόρτα, ένας άλλος άντρας με ένα μικροσκοπικό
Τσιουάουα μπαίνει μέσα. Ο πρώτος του ψιθυρίζει:
- Ο μπάρμαν μέσα, δεν γουστάρει τα σκυλιά. Αν, όμως, του πεις ότι ο σκύλος σου είναι οδηγός τυφλού, τότε θα σε αφήσει.
Ο δεύτερος άντρας κοιτάζει με αμφιβολία τον μικροσκοπικό σκύλο, σκέφτεται λίγα δευτερόλεπτα, ευχαριστεί τον άντρα και μπαίνει στο μαγαζί. Μόλις κάθεται ο μπάρμαν του λέει:
- Ει, δεν μπορείς να φέρεις αυτό το τσιουάουα εδώ μέσα.
Ο πελάτης κοιτάζει κατευθείαν μπροστά και λέει έκπληκτος:
- Τι; Τσιουάουα μου πουλήσανε;