φρέσκα ανέκδοτα

Κυριούλα μπαίνει στον μπακάλη της γειτονιάς, τον καλημερίζει και του ζητάει μισό κιλό τυρί Αλτσχάιμερ.
Εμβρόντητος ο μπακάλης της απαντάει ότι δεν έχουν τέτοιο τυρί.
"Μα πώς!" αναφωνεί η κυριούλα." Προχθές πάλι αγόρασα από σας αυτό τυρί!"
Ο μπακάλης προσπαθεί να της εξηγήσει ότι μάλλον κάνει κάποιο λάθος, διότι αυτός ποτέ δεν έχει φέρει τέτοιο τυρί και στο τέλος της λέει:
"Μήπως το αγοράσατε από τον Βασιλόπουλο και δεν το θυμάστε;"
Απογοητευμένη, φεύγει και πάει στον Βασιλόπουλο. Κατευθύνεται στον πάγκο των τυριών και ζητάει και πάλι 1/2 κιλό τυρί Αλτσχάιμερ.
Ο υπάλληλος ευγενικότατα της απαντάει ότι δεν έχουν τέτοιο τυρί.
"Μα πώς!" αναφωνεί η κυριούλα. "Προχθές πάλι αγόρασα από σας αυτό τυρί!"
Αφού γίνεται μια ψιλοφασαρία , η κυριούλα ζητά τον διευθυντή του καταστήματος. Έρχεται ο διευθυντής, της επαναλαμβάνει τα ίδια, η κυριούλα έχει πλέον απογοητευτεί πλήρως και ανήμπορη να επιμείνει πλέον, καταλήγει:
"Τι να σας πω βρε παιδιά μου..." Φέρνει το δάχτυλο στο κεφάλι... "Έχω κι αυτό το Έμενταλ που με ταλαιπωρεί...!"
Ένας βιομήχανος που είχε πάει ταξίδι στο εξωτερικό, παίρνει τηλέφωνο σπίτι του.
- "Τι γίνεται ρε John στο σπίτι;"
- "Τίποτα σπουδαίο κύριε. Αααα! ξέχασα. Έσπασε το βάζο πάνω στο τραπέζι!"
- "Τι; Και πώς έγινε αυτό;"
- "Να, καθώς ο σκύλος σας έπαιρνε φόρα, για να πηδήξει από το τον 5ο όροφο, το έριξε κάτω και το έσπασε."
- "Τι; Μα ο αγαπημένος μου σκύλος, ποτέ δεν είχε πηδήξει από το μπαλκόνι. Πώς κι έτσι;"
- "Να, είδε τη φωτιά που είχε αρπάξει το σπίτι σας και πήδηξε για να σωθεί!"
- "Τι; Το σπίτι μου πήρε φωτιά; Μα πώς έγινε αυτό;"
- "Να, βλέπετε πήρε το εργοστάσιό σας δίπλα φωτιά. Και ξέρετε τώρα πόσο εύκολα μεταδίδεται."
- "Τι; Μα πώς πήρε φωτιά;"
- "Από τα κεριά!"
- "Ποια κεριά; Εγώ ποτέ δεν είχα κεριά"!
- "Μα, από την κηδεία της γυναίκας σας, κύριε."
- "Τι; Η αγαπημένη μου γυναικούλα; Μόνο 35 χρονών ήτανε. Πώς έγινε;"
- "Δεν άντεξε το σοκ η καημένη..."
- "Ποιο σοκ;"
- "Μα, του θανάτου του γιου σας φυσικά."
- "Τι; Του θανάτου του γιου μου; Του αγαπημένου μου γιου; Μα πώς έγινε αυτό;"
- "Να, τον πάτησε ένα αυτοκίνητο όπως έτρεχε."..
- "Ένα αμάξι; Και γιατί έτρεχε;"
- "Για να βγει από το εξοχικό σας που γκρεμιζόταν, λόγω ενός μεγάλου σεισμού. Πάντως η κόρη σας δεν γλύτωσε από αυτό το σεισμό."
- "Αχ! Κανένα θετικό νέο δεν έχεις να μου πεις."
- "Θετικό; Δύσκολα πράγματα ζητάτε κύριε. Α! ναι. Θυμάστε κάτι εξετάσεις για AIDS που είχατε κάνει πριν φύγετε;"
- "Ναι, τι έγινε;"
- "Θετικές βγήκαν."
Ένας άντρας ενώ οδηγεί βλέπει μια πινακίδα μπροστά από ένα σπίτι:
"Πωλείται σκύλος που μιλάει."
Χτυπάει το κουδούνι και ο ιδιοκτήτης του λέει ότι ο σκύλος βρίσκεται στον κήπο. Πηγαίνει στον κήπο και βλέπει ένα κυνηγόσκυλο.
- Μπορείς και μιλάς; το ρωτάει.
- Ναι, απαντάει το κυνηγόσκυλο.
- Πες μου την ιστορία σου.
Το κυνηγόσκυλο ανασηκώνεται και λέει:
- Ανακάλυψα ότι μπορούσα να μιλήσω σε μικρή ηλικία, και ήθελα να βοηθήσω τη χώρα μου οπότε αποκάλυψα το χάρισμά μου στις μυστικές υπηρεσίες και αμέσως άρχισαν να με στέλνουν από χώρα σε χώρα, να παρίσταμαι σε συναντήσεις μυστικών πρακτόρων και αρχηγών κρατών επειδή κανείς δε θα με υποψιαζόταν.
Ήμουν ένας από τους πιο πολύτιμους κατασκόπους για 8 χρόνια. Αλλά όλα αυτά τα ταξίδια με κούραζαν και ήξερα ότι δε γινόμουν νεότερος οπότε ήθελα μια πιο ήρεμη ζωή.
Δέχθηκα λοιπόν μια δουλειά στο αεροδρόμιο στην ασφάλεια under-cover, συνήθως πλησιάζοντας ύποπτους τύπους και ακούγοντας τις συνομιλίες τους. Αποκάλυψα απίστευτες δοσοληψίες και συμφωνίες και μου απένειμαν ένα σωρό μετάλλια.
Παντρεύτηκα, έκανα ένα τσουβάλι κουταβάκια και τώρα είμαι στη σύνταξη.
Ο άντρας τον ακούει έκπληκτος. Μπαίνει στο σπίτι και ρωτάει τον ιδιοκτήτη πόσα ζητάει για το σκύλο.
- Δέκα ευρώ, του λέει εκείνος.
- Αυτός ο σκύλος είναι εκπληκτικός. Γιατί τον πουλάτε τόσο φθηνά;
- Καλά τον πιστέψατε; Είναι μεγάλος ψεύτης! Δεν έκανε τίποτε από όσα λέει!
Χαλασμένο είναιΒράδυ στο καφενείο του χωριού, και ο καφετζής δεν προλαβαίνει να κουβαλάει τα τσίπουρα. Ο ένας της παρέας, ο Παναγής που έχει έρθει από το διπλανό χωριό, έχει μαζί και τον γιό του, ένα μπόμπιρα 4ων χρονών. Μπαίνει κάποιος στο καφενείο και ρίχνει "σύρμα":
- Μάγκες, μπροστά στο μύλο του Γιωργή οι μπάτσοι κάνουν αλκοτέστ.
Ο Παναγής τον κοιτάζει λοξά:
- Και κολώνεις ρε μάγκα; Χαλασμένο είναι το μηχάνημα. Μάστορα, δυό τσίπουρα!
- Χαλασμένο; Πού το ξέρεις ρε Παναγή;
- Aκου που σου λέω, λάθος δείχνει.
Έρχονται τα δυό τσίπουρα, πίνει το ένα ο Παναγής, δίνει το άλλο στο γιό του.
- Ρε Παναγή, όχι τσίπουρο στο μωρό ρε!
- Μη φοβάσαι ρε! Ξέρει το παιδί!
Μετά από λίγο...
- Μάστορα, άλλα δύο τσίπουρα!
Τραβάει το ένα ο Παναγής, δίνει το άλλο στο μπόμπιρα. Μετά από λίγο...
- Μάστορα, πιάσε άλλα δυό!
Ένα ο Παναγής, ένα ο μπόμπιρας... Κάποτε σηκώθηκε ο Παναγής, μπήκε στο αγροτικό με το γιό του και τράβηξε για το χωριό του. Στο μύλο του Γιωργή τον σταματάνε οι αμείλικτοι φρουροί του νόμου.
- Καλώς τον Παναγή. Τί ήπιαμε σήμερα;
- Τίποτε δεν ήπιαμε, λέει ήσυχα ο Παναγής.
- Για φύσα στη φούσκα να δούμε, λέει το όργανο της Τροχαίας.
Φυσάει ο Παναγής, ντανγκ η βελόνα στο κόκκινο.
- Δεν μπορεί, λέει ο Παναγής, χαλασμένο θα ναι!
- Χαλασμένο; Για ξαναφύσα...
Ξανά στο κόκκινο η βελόνα...
- Παναγή, άδεια, δίπλωμα, ασφάλεια, ΚΤΕΟ, πυροσβεστήρα, φαρμακείο...
- Για βάστα ρε μάστορα... λέει ο Παναγής. Για βάλε το μωρό να φυσήξει...
Φυσάει ο μπόμπιρας, ντανγκ η βελόνα ξανά στο κόκκινο.
- Βλέπεις; Χαλασμένο είναι... άντε καληνύχτα κύριε Τροχονόμε...