φρέσκα ανέκδοτα

Το πένθος...
Μπαίνει κάποιος σε ένα μπαρ και βλέπει έναν παλιό του φίλο να κάθεται ολομόναχος και να τα πίνει. Τον πλησιάζει λοιπόν:
- "Τι έχεις, βρε Μανώλη; Φαίνεσαι χάλια!"
- "Τι να `χω; Τον περασμένο Μάρτιο πέθανε η μάνα μου και μου άφησε 1.000.000 δρχ."
- "Συλλυπητήρια, βρε παιδί μου..."
- "Αργότερα, τον Απρίλιο πέθανε ο πατέρας μου και μου άφησε 20.000.000 δρχ."
- "Τρομερό! Να χάσεις και τους δυο γονείς σου σε δυο μήνες! Πως να μην είσαι χάλια..."
- "Ύστερα, τον περασμένο μήνα πέθανε και η θεία μου και μου άφησε 10.000.000 δρχ."
- "Να χάσεις τρία μέλη της οικογένειάς σου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα! Είναι φοβερό!"
- "Και αυτό το μήνα... τίποτα!"- "Πάμε στοίχημα 50 ευρώ ότι αν πηδήξω από το παράθυρο ο αέρας θα με ξανανεβάσει επάνω;"
- "Εντάξει." Τότε ο άνθρωπός πηδάει και όντως ξανανεβαίνει επάνω! Τότε ο άλλος λέει:
- "Πάμε στοίχημα 80 ευρώ ότι μπορώ να κάνω το ίδιο;"
- "Εντάξει." Τότε πηδάει και ο άλλος όμως δεν ξανανεβαίνει. Τότε ο μπάρμαν λέει:
- "Α! ρε Σούπερμαν, πόσο κακός είσαι όταν είσαι μεθυσμένος!" Ήταν δυο άτομα σε ένα μπαρ στον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου. Κάποια στιγμή λέει ο ένας στον άλλο:
- "Πάμε στοίχημα 50 ευρώ ότι αν πηδήξω από το παράθυρο ο αέρας θα με ξανανεβάσει επάνω;"
- "Εντάξει." Τότε ο άνθρωπός πηδάει και όντως ξανανεβαίνει επάνω! Τότε ο άλλος λέει:
- "Πάμε στοίχημα 80 ευρώ ότι μπορώ να κάνω το ίδιο;"
- "Εντάξει." Τότε πηδάει και ο άλλος όμως δεν ξανανεβαίνει. Τότε ο μπάρμαν λέει:
- "Α! ρε Σούπερμαν, πόσο κακός είσαι όταν είσαι μεθυσμένος!"
Είναι μεσημέρι στο αεροδρόμιο.
Οι επιβάτες της πτήσης 653 για Λονδίνο έχουν επιτέλους επιβιβαστεί στο αεροπλάνο, μετά από 2ωρη καθυστέρηση στην αίθουσα ανάμονής. Μαθαίνουν όμως ότι η πτήση θα καθυστερήσει λίγο ακόμα καθώς οι πιλότοι δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη. Τέλος πάντων, μισή ώρα αργότερα ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης μπαίνουν από από την πίσω πόρτα και διασχίζοντας το διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις των επιβατών κατευθύνονται προς το πιλοτήριο. Ο κυβερνήτης κρατά ένα άσπρο μπαστούνι για τυφλούς και χτυπώντας το δεξιά κι αριστερά προχωρά τρεκλίζοντας, σκοντάφτοντας που και που στους επιβάτες. Ο συγκυβερνήτης με τη σειρά του κρατά από το λουρί ένα σκύλο-οδηγό. Και οι δύο φοράνε τεράστια μαύρα γυαλιά. Με τα χίλια ζόρια καταφέρνουν κι οι δύο να φτάσουν στο πιλοτήριο. Στην αρχή οι επιβάτες δεν αντιδρούν νομίζοντας ότι είναι απλά ένα αστείο. Σε λίγο όμως το αεροπλάνο βάζει μπροστά τους κινητήρες και κατευθύνεται στο διάδρομο απογείωσης. Οι επιβάτες αρχίζουν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον με κάποια ανησυχία, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους και ψάχνοντας απεγνωσμένα τις αεροσυνοδούς να σιγουρευτούν. Το αεροπλάνο στο μεταξύ έχει πάρει θέση και απότομα αρχίζει να επιταχύνει. Οι επιβάτες αρχίζουν να πανικοβάλλονται. Μερικοί προσεύχονται και καθώς το αεροσκάφος πλησιάζει στο τέλος του διαδρόμου οι φωνές γίνονται ολοένα και πιο υστερικές. Στο τέλος, όταν το αεροπλάνο έχει δεν έχει 100 μέτρα πριν τελειώσει ο διάδρομος, οι φωνές ενώνονται σε μια ύστατη κραυγή αγωνίας, και καθώς όλοι έχουν κλείσει τα μάτια και ουρλιάζουν το αεροπλάνο σηκώνεται! Την ίδια στιγμή στο πιλοτήριο ο συγκυβερνήτης αναστενάζει ανακουφισμένος και λέει στον κυβερνήτη :
- Να ξέρεις ότι κάποια μέρα οι επιβάτες δεν πρόκειται να ουρλιάξουν και θα σκοτωθούμε όλοι εδώ μέσα.
Μια φορά ένας πλασιέ πάει στην Πάτρα. Αλλά τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα και δεν έβρισκε πουθενά δωμάτιο όποτε πάει σε έναν γνωστό του ξενοδόχο και του λέει:
- Ρε συ Νίκο ένα δωμάτιο θέλω για μια νύχτα κάνε κάτι πουθενά δεν υπάρχει τίποτα.- Μα σου είπα και πριν ότι δεν έχω.- Ρε μια νύχτα θέλω μόνο.- Κοιτά δεν έχω εκτός... αν σε βάλω να κοιμηθείς με ένα κοριτσάκι μικρό που λείπει για απόψε η μανά του.- Aντε ρε Νίκο κάνε κάτι με ξέρεις είμαι Aγιος άνθρωπος δεν θα κάνω τίποτα με ξέρεις χρόνια. Και τον έβαλε να κοιμηθεί στο δωμάτιο του κοριτσιού σε άλλο κρεβάτι. Πήγε ο άνθρωπος στο μπάνιο πλύθηκε και βγήκε με το μπουρνούζι να πάρει εσώρουχα από την βαλίτσα του όποτε του πέφτει το μπουρνούζι και βλέπει η πιτσιρικά τον π***ο του.- Α τι είναι αυτό; τον Ρώτα.- Ε τίποτα δεν είνα ι... μια κούκλα άπαντα ταραγμένος.- Θέλω να παίξω του λέει - Αυτό αποκλείεται της λέει. Και πέφτει να κοιμηθεί. Το πρωί γύρω στις 2:30 βλέπει ο ξενοδόχος τον άνθρωπο να φεύγει νευριασμένος βρίζοντας και να του πετάει μερικά χρήματα χτυπώντας τις πόρτες. Ανεβαίνει ο ξενοδόχος επάνω τρέχοντας και ρωτάει τι μικρή τι έγινε. Και η μικρή.- Ε, να ο κύριος είχε μια κούκλα την ζήτησα να παίξω και δεν μου την έδωσε το βράδυ όμως που κοιμήθηκε εγώ την έπαιξα αλλά εκείνη με έφτυσε και εγώ την ξεμάλλιασα.