φρέσκα ανέκδοτα

Πάει ένας παππούς, που είχε πρόβλημα με την πού**α του, σ έναν ωτορινολαρυγγολόγο. Μπαίνει στο ιατρείο, κατεβάζει τα παντελόνια του και λέει:
- "Γιατρέ μου έχω πρόβλημα."
Βλέπει ο γιατρός την πού**α του παππού και λέει:
- "Μα γιατί είναι ματωμένη η πού**α σας; Εσείς πρέπει να πάτε σε έναν ουρολόγο."
- "Μα γιατρέ μου να σας εξηγήσω...", λέει ο παππούς.
- "Τι να μου εξηγήσεις;", λέει ο γιατρός, "Αφού σου είπα ότι δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος γιατρός για να εξετάσω τη πάθησή σου."
Επιμένει ο παππούς και λέει...
- "Στο γεροκομείο που συχνάζω, έχουμε βαρεθεί τα συνηθισμένα παιχνίδια και παίζουμε ένα δικό μας."
- "Τι;", λέει ο γιατρός απορημμένος.
- "Λοιπόν...", λέει ο παππούς, "Όλοι οι γέροι βγάζουμε την πού**α μας επάνω στο τραπέζι και είναι ένας πάνω από το τραπέζι με ένα σφυρί. Όταν αυτός πει το "μπαμ" πρέπει όλοι να τις μαζέψουμε. Εεε, εγώ αυτό το μπαμ δεν ακούω..."
Ο Τοτός είχε ψείρες και πήγε στον γιατρό.
Ο γιατρός τον συμβούλευσε να βάλει το κεφάλι σε έναν κουβά με νερό για να τις πνίξει.
Αφού ακολούθησε ο Τοτός την συμβουλή, κατέβηκε στο μέτωπό του μία ψείρα και του είπε:
- Μάγκα μου, είσαι πραγματικός κύριος. Περάσαμε τέλεια! Μπουγελοθήκαμε, κάναμε μπάνιο, παίξαμε με νερόμπομπες.
Ξαναπήγε ο Τοτός στον γιατρό, ο οποίος του είπε να βάλει το κεφάλι του στην φωτιά.
Όταν το έκανε ο Τοτός, κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Είσαι και πολύ μάγκας. Κάναμε ηλιοθεραπεία, μαυρίσαμε και τώρα θα είμαστε πανέτοιμοι για το καλοκαίρι.
Μετά ο γιατρός του είπε να βάλει το κεφάλι του στην κατάψυξη.
Η ψείρα τότε του είπε:
- Ευχαριστούμε που μας σκέφτεσαι τόσο. Παίξαμε χιονοπόλεμο, φτιάξαμε χιονάνθρωπο και κάναμε σκι...
Μετά και από αυτό, ο Τοτός αποφάσισε να λύσει μόνος του το πρόβλημά του. Πήγε κοντά σε έναν φίλο του, και έγειρε το κεφάλι του, για ξεφορτωθεί τουλάχιστον κάμποσες.
Τότε κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Που να στα λέω! Τους σκοτώσαμε όλους! Πήραμε και 50 ψείρες για ομήρους!
Μπαίνει ένας τύπος σε ένα μπαρ και έχει στον ώμο του έναν γύπα!
Λέει στον μπάρμαν:
- Μια βότκα δικιά μου, μια τεκίλα για το γύπα, ένα δικό σου και κέρασε όλο το μαγαζί!
Σε 10 λεπτά του την έχουν πέσει οι τρεις καλύτερες γκόμενες !
Αφήνει 200 ευρώ φιλοδώρημα, παίρνει τις γκόμενες και φεύγει...
Το άλλο βράδυ πάλι το ίδιο σκηνικό. Ο τύπος με το γύπα στον ώμο κερνάει όλο το μαγαζί, του την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες, τις παίρνει και φεύγοντας αφήνει και 100 ευρώ πουρμπουάρ...
Μετά από μια βδομάδα κι αφού γινόταν κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό, ο μπάρμαν τον ρωτάει:
- Συγγνώμη κύριε μου, αλλά με έχει φάει η περιέργεια. Κάθε βράδυ έρχεστε, σκορπάτε τόσα χρήματα, σας την πέφτουν οι καλύτερες γκόμενες και έχετε και αυτόν τον γύπα στον ώμο...
- Κοίταξε Τάκη, του λέει ο τύπος. Πριν από λίγο καιρό εκεί που περπατούσα βρήκα στο δρόμο ένα λυχνάρι. Μόλις το έτριψα βγήκε ένα τζίνι και μου είπε ότι θα μου πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες. To πρώτο που του ζήτησα ήταν να μην αδειάζουν ποτέ οι τσέπες μου από λεφτά...
Το δεύτερο ήταν να μου την πέφτουν πάντα οι ωραιότερες γυναίκες...
- Και το τρίτο ; τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Το τρίτο που του ζήτησα ήταν να μου δώσει ένα μεγάλο πουλί...
Και μου δωσε αυτον τον μαλακα!
Ήτανε ένας ζητιάνος έξω από μία πολυκατοικία, και κανείς δεν του έδινε λεφτά.
Μόνο ένας κύριος, κάθε φορά που τον έβλεπε του έδινε 2 ευρώ.
Μετά από έναν χρόνο όμως, ο κύριος το μείωσε και του έδινε 1,5 ευρώ.
Μετά από κάνα εξάμηνο μειώθηκε στο 1 ευρώ, και...
Μετά πάλι μειώθηκε, ώσπου τελικά δεν του έδινε τίποτε.
Τον πιάνει λοιπόν μία μέρα ο ζητιάνος και τον ρωτάει:
- Γιατί δεν μου δίνεις πια καθόλου λεφτά;
- Κοίτα, λέει ο κύριος, στην αρχή παντρεύτηκα και στριμώχτηκα λίγο. Ύστερα ήρθε και το πρώτο παιδί και ξόδεψα πολλά λεφτά... Ε, μετά έκανα και το δεύτερο, και...
- Καλά ρε μ..., τον διακόπτει ο ζητιάνος, με τα δικά μου τα λεφτά θα κάνεις εσύ παιδιά;