if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
νέα ανέκδοτα - Page 427
Skip to main content
Δύο κρουπιέρηδες κάθονται βαριεστημένα στη μπαρμπουτιέρα του καζίνο.
Ξαφνικά εισβάλλει μια ιδιαίτερα ελκυστική ξανθιά και ποντάρει 20.000 δολάρια σε μια ζαριά λέγοντας:
- Ελπίζω να μη σας πειράζει, αλλά αισθάνομαι πολύ τυχερή όταν παίζω γυμνή.
Με αυτά, ξεκουμπώνει το φερμουάρ, βγάζει φόρεμα και εσώρουχα, ρίχνει το ζάρι και φωνάζει:
- Έλα μωρό μου, η μαμά χρειάζεται καινούργια ρούχα!
Κοιτάει με αγωνία και μόλις το ζάρι σταματά, αρχίζει να χοροπηδάει πάνω κάτω ουρλιάζοντας:
- Ναι, ναι, ναι κερδισαααααααα!
Αγκαλιάζει έναν-έναν τους κρουπιέρηδες, παίρνει τα κέρδη και τα ρούχα της και εξαφανίζεται. Οι τύποι κοιτάζονταν αποσβολωμένοι. Τελικά ο ένας ρωτάει:
- Είδες τι ζαριά έφερε;
- Δεν ξέρω, νόμιζα ότι έβλεπες εσύ!
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Δεν είναι χαζές όλες οι ξανθιές. Όλοι οι άνδρες, όμως, είναι ίδιοι!
Ήταν ένας Κύπριος και πήγε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά του. Τον βλέπει ο φαρμακοποιός και τον ρωτάει:
- Τι θέλετε;- Να ειπώ σας, απαντάει με την Κυπριακή προφορά του, θα ήθελα μίαν ασπιρίνην. Πάει ο φαρμακοποιός και θέλοντας να του κάνει πλάκα, του φέρνει μια διαφημιστική ασπιρίνη στο μέγεθος κεφαλιού γραβιέρας. Το βλέπει ο Κύπριος και λέει ξαφνιασμένος:
- Τι είναι τούτον;- Ασπιρίνη, του απαντά ο φαρμακοποιός, εμείς στην Ελλάδα έτσι την έχουμε. Θα θέλατε τίποτε άλλο;- Ναι, απαντάει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν σωληνάριον γκρέμαν. Ξαναπάει ο φαρμακοποιός και γυρνάει με ένα διαφημιστικό σωληνάριο στο ύψος του ψυγείου. Το βλέπει ο Κύπριος και φωνάζει έντρομος:
- Τι είναι τούτον;- Ένα σωληνάριο με κρέμα, απαντά απτόητος ο φαρμακοποιός, εμάς έτσι είναι τα σωληνάρια στην Ελλάδα. Θα θέλατε κάτι άλλο;- Να ειπώ σας, λέει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν υπόθετον, αλλά καλύτερα να πάρων το από την Κύπρον.
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Ξεφτίλα...
Περπατάει στον δρόμο ένας γαύρος, βλέπει ένα λυχνάρι, το τρίβει και βγαίνει ένα τζίνι. Του λέει το τζίνι:
- Για το καλό που έκανες, που με ελευθέρωσες, θα σου πραγματοποιήσω μία ευχή.
- Α, πολύ ωραία! Θέλω να αναστήσεις τον φίλο μου τον Γιάννη που πέθανε σήμερα σε τροχαίο.
- Δυστυχώς, λέει το τζίνι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να αναστήσω νεκρούς. Κάτι άλλο που να θέλεις;
- Ωραία, κάνε τότε τον Ολυμπιακό, την ομάδα μου, να περάσει στην επόμενη φάση του CHAMPIONS LEAGUE!
Το τζίνι τον κοιτάει σκεφτικό και λέει:
- ... Τον φίλο σου πως τον είπαμε;
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ που πλήττει, με μεγάλο στήθος, ψάχνει αρσενικά οποιασδήποτε ηλικίας.
ΖΗΤΕΙΤΑΙ μπάρμαν γυναίκα.
ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ, τρυφερός, ζητεί γυναίκα από Ρωσία, Βουλγαρία, Αίγυπτο, έως
50 ετών, 85-120 κιλά, με σκοπό το γάμο.
18ΧΡΟΝΟΣ ζητάει γυναίκα από 65 και άνω για να την κρατήσει για πάντα
(από εφημερίδα της Κατερίνης).
ΚΥΡΙΑ, 48 ετών, πολύ εμφανίσιμη, ζητά να φιλοξενηθεί σε επαρχία το
4ήμερο του Πάσχα από εμφανίσιμο και ευκατάστατο κύριο.
ΖΗΤΩ να μου χαρίσουν έγχρωμες τηλεοράσεις, στερεοφωνικά συγκροτήματα,
Φωτοτυπικό και εκτυπωτικό μηχάνημα.
ΡΑΝΤΕΣ για σουτιέν στράπλες ζητούνται προς αγορά.
Προσφορά: ... Ή «Διατίθεται αίθουσα για γάμους και βαφτίσια. Όπισθεν λειτουργεί βουλκανιζατέρ».
ΠΩΛΕΙΤΑΙ φίδι 75 μέτρα στενό, μαύρο φίδι, με βούλες πορτοκαλλιές και ραβιδώσεις κίτρινες, Αφρικής γνήσθειον, τέως δηλητηριώδη, διά ζώνες, πορτοφολάκη, μπρατσολέδες ρολογιού. Προσέχετε, μόνο σοβαραί
Προτάσεις, περίπου 120 τεμαχίων και 63 πόντων έκαστον περίπου όλο μαζί, μεγάλη έκπτωσις, συφέρει και πάρτε τηλέφωνον αυθημερώς, καν Λ. Γ.
Ο πατέρας Εβραίος είναι ετοιμοθάνατος.
Γύρω από το κρεβάτι του πόνου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια του. Το κλίμα είναι βαρύ και πένθιμο. Ένα μόνο μικρό καντηλάκι, δίπλα στον άρρωστο, φωτίζει αμυδρά το στενό δωμάτιο. Ο πατέρας, με κλειστά τα μάτια και πολύ κόπο, ψιθυρίζει:
Πατέρας: Γυναίκα μου Σάρα είσαι εδώ;
Σάρα (κλαίγοντας): Ναι, άντρα μου.
Πατέρας: Γιε μου Ιακώβ είσαι εδώ;
Ιακώβ (φανερά συγκινημένος): Ναι, πατέρα.
Πατέρας: Μικρή μου θυγατέρα Ιουδίθ, είσαι εδώ;
Ιουδίθ: (απαρηγόρητη): Ναι, πατέρα, είμαι κοντά σου.
Πατέρας: Και εσύ στερνοπούλι μου Ααρών, είσαι εδώ:
Ααρών (με αναφιλητά): Ναι, πατέρα.
Πατέρας (γεμάτος αγωνία): ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ;
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μαύρη χώρα, ζούσε ένας μαύρος άνθρωπος που είχε ένα μαύρο σπίτι, μια μαύρη κόρη και μια μάυρη γκουβερνάντα. Μια μαύρη μέρα η μαύρη νταντά είπε στο μαύρο άνθρωπο:
- Η μαύρη κόρη σου δεν θέλει να φάει. Τι θα κάνουμε;
Ο μαύρος άνθρωπος λοιπόν καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση μέχρι που έφτασε σε ένα μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σεαυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε, πόσο ζυγίζει;
- 10 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει μαύρα
Δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνα, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει
Στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και
Ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Δεν τρώει τίποτα, ό,τι κι αν κάνω.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα φτάνει σε μια μαύρη στεριά και βρίσκει ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο;
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 5 κιλά, κύριε.
- Πολλά είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του, μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Πώς είναι η μαύρη κόρη μου;
- Τίποτα, μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 1 κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν καμμιά εξέλιξη;
- Όχι τίποτα, δεν τρώει. Πρέπει να κάνετε κάτι.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά, παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- Μισό κιλό, κύριε.
- Πολύ είναι.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα.
Ξανακαβαλάει το μαύρο άλογό του, παίρνει τη μαύρη στράτα, διαβαίνει μαύρα βουνά, διασχίζει μαύρα ποτάμια, μαύρα δάση, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, φτάνει σε μια μαύρη στεριά,
Παίρνει ένα μαύρο πλοίο, διασχίζει έναν μαύρο ωκεανό, φτάνει σε μια μαύρη ήπειρο, διασχίζει μια μαύρη έρημο μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο μαύρο ορφανοτροφείο. Κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του και ρωτάει τον μαύρο διευθυντή.
- Έχετε μαύρα παιδιά σε αυτό το μαύρο ορφανοτροφείο.
- Βεβαίως, κύριε.
- Θέλω ένα μαύρο κορίτσι. Το πιο μικρό που έχετε πόσο ζυγίζει;
- 100 γραμμάρια κύριε.
- Θα το πάρω.
Χαιρετάει το μαύρο διευθυντή, καβαλάει το μαύρο άλογό του, διασχίζει τη μαύρη έρημο παίρνει το μαύρο πλοίο, αφήνει πίσω του τον μαύρο ωκεανό, παίρνει μια μαύρη βάρκα, διασχίζει μια μαύρη θάλασσα, διασχίζει μαύρα δάση, μαύρα ποτάμια, διαβαίνει μαύρα βουνά, παίρνει τη μαύρη στράτα φτάνει στο μαύρο σπίτι του, κατεβαίνει από το μαύρο άλογό του μπαίνει μέσα και ρωτάει τη μαύρη γκουβερνάντα:
- Λοιπόν, τρώει;
- Όχι, τίποτα,
Πάει στο δωμάτιο της κόρης του, της δείχνει το μαύρο κορίτσι και της λέει:
- Να! Έτσι θα γίνεις κι εσύ άμα δεν τρως.