φρέσκα ανέκδοτα

Το αλκοτέστ.
Κάποτε που λέτε κατέβαινε την Πανεπιστημίου ένας ανθρωπάκος ήσυχα, ήσυχα με το αυτοκίνητό του, αργά το βράδυ. Πάνω που μπήκε στην Ομόνοια, φρρρρρτ τον σταματάει ένας δερματόδετος αυστηρός αξιωματικός της τροχαίας.
- Αδεια και δίπλωμα κύριε, του λέει με φωνή που έσταζε εξουσία.
Όπως ο οδηγός έψαχνε το ντουλαπάκι να βρει τα χαρτιά του, κάνει μία έτσι το όργανο και βλέπει στο πίσω κάθισμα μια στοίβα μυτερά μαχαίρια που γυάλιζαν στο φως. Φανερά σοκαρισμένος από το θέαμα τον ρωτάει αγριεμένα:
- Τι τα θέλεις αυτά τα μαχαίρια νυχτιάτικα;
Και ανοίγοντάς την πόρτα του οδηγού, του ζητάει να βγει από το αυτοκίνητο παίρνοντας παράλληλα αμυντική στάση.
- Να σας εξηγήσω κύριε πόλισμαν, του απαντάει φοβισμένος ο άνθρωπος. Η δουλειά μου είναι ζογκλέρ και μόλις σχόλασα από το τσίρκο που δουλεύω και πάω σπίτι μου. Τα μαχαίρια είναι για το νούμερό μου.
- Ωραία μας τα λες ρε φίλε, κάγχασε δύσπιστα το όργανο, για δείξε μου πως το κάνεις και κοίτα να λες αλήθεια γιατί την έβαψες!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, παίρνει τρία - τέσσερα μαχαίρια και αρχίζει να τα πετάει στον αέρα με φανερή επιδεξιότητα.
Εκείνη τη στιγμή, περνάει με το καινούργιο του αμάξι ο Γιωρίκας και λέει στον φίλο του Κωστίκα που καθόταν δίπλα:
- Πω, πω.. πολύ δυσκόλεψε αυτό το αλκοτέστ..
Κάποια τηλεφωνεί στην πυροσβεστική και λέει:
- Θέλω να αναφέρω μια φωτιά στο σπίτι μου.
- Πού είναι, κυρία μου; ρωτά ο πυροσβέστης στην άλλη άκρη της γραμμής.
- Στην κουζίνα μου, απαντά.
- Όχι, λέει αυτός, εννοούσα, πως θα πάμε εκεί;
- Λοιπόν, μπορείτε να μπείτε από την μπροστινή είσοδο, να διασχίσετε το διάδρομο, να περάσετε από το σαλόνι, ή να μπείτε από την πίσω πόρτα, να ανεβείτε τις σκάλες και είναι ακριβώς εκεί, εξηγεί η κυρία.
- Με συγχωρείτε κυρία μου, λέει ο πυροσβέστης, αυτό που ήθελα να πω, ήταν πώς θα πάμε από ΕΔΩ που είμαστε ΕΚΕΙ που είστε;
Μετά από μια μικρή διακοπή, η κυρία ρωτά:
- Μα καλά, δεν έχετε πια εκείνα τα μεγάλα κόκκινα φορτηγά;
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς τα παιδιά του νηπιαγωγείου πάνε δώρα στην δασκάλα τους.
Το πρώτο είναι από τον γιο του ανθοπώλη.
Το κουνά η δασκάλα και λέει:
- Στοιχηματίζω ότι ξέρω τι είναι μέσα! Είναι λουλούδια!
- Σωστά, λέει το αγοράκι, μα πως το καταλάβατε;
- Α, είμαι πολύ τυχερή, λέει η δασκάλα.
Το δεύτερο είναι από την κόρη του ζαχαροπλάστη. Το κρατά ψηλά η δασκάλα, το κουνάει ελαφρά και λέει:
- Στοιχηματίζω ότι και αυτό ξέρω τι είναι. Είναι γλυκά!
- Σωστά, λέει το κοριτσάκι. Αλλά πως το μαντέψατε;
- Α, στην τύχη, λέει η δασκάλα.
Ο μπαμπάς του τρίτου παιδιού έχει κάβα.
Σηκώνει η δασκάλα το κουτί ψηλά, αλλά κάτι στάζει...
Δοκιμάζει η δασκάλα μία σταγόνα:
- Είναι κρασί; ρωτάει.
- Όχι, λεέι το αγοράκι συνεπαρμένο.
Ξαναδοκιμάζει η δασκάλα:
- Είναι σαμπάνια;
- Όχι, λέει το αγόρι ακόμη πιο εντυπωσιασμένο.
Δοκιμάζει μία ακόμα σταγόνα η δασκάλα και λέει:
- Παραιτούμαι... Τι είναι;
- Ένα κουταβάκι!
Ένας Κρητικός κάθεται στο λιμάνι και περιμένει το πλοίο που θα τον πάει στον Πειραιά.
Είναι εκνευρισμένος γιατί το πλοίο αργεί να έρθει. Πάνω στα νεύρα του, αρχίζει και κλωτσάει ότι βρίσκει μπροστά του. Ξαφνικά κλωτσάει ένα λυχνάρι. Το λυχνάρι χτυπάει σε μια πέτρα, σκάει και βγαίνει ένα τζίνι. Tο Τζίνι βλέπει τον Κρητικό και του λέει:
- Ευχαριστώ αφέντη μου με γλίτωσες. Ήμουν τόσα χρόνια κλεισμένος εκεί μέσα... πες-μου τώρα τη χάρη θέλεις να σου κάνω και θα σου τη κάνω για να είμαστε πάτσοι...
- Θέλω του λέει ο κρητικός να φτιάξεις ένα δρόμο από το Ηράκλειο μέχρι τον Πειραιά, να πηγαίνω με το αυτοκίνητο μου ή με το γαϊδουράκι μου!
- Δεν γίνεται του λέει το τζίνι, αυτό που ζητάς είναι τρομερά δύσκολο ακόμα και για ένα Τζίνι. Θέλει χιλιάδες τόνους άμμου, εκατοντάδες εργολάβους, τεχνικούς, χιλιάδες εργάτες, και ας μη σου αναφέρω τα μπλεξίματα με τις κακοτεχνίες, τα φακελάκια, τα ΙΚΑ Μίκα σύκα και όλες τις άδειες... Σκέψου κάτι λίγο πιο εύκολο
Πράγματι... Σκέφτεται ο κρητικός και του λέει:
- Θέλω να κάνεις την γυναίκα μου να με καταλαβαίνει...
Kαι τότε το τζίνι του λέει:
- Από που είπες ότι θες να ξεκινήσει ο δρόμος;