φρέσκα ανέκδοτα

Ένας τύπος βλέπει την γυναίκα του να φοράει ένα δαχτυλίδι με ένα τεράστιο διαμάντι, το οποίο είναι και πανάκριβο, και την ρωτάει:
- Ρε γυναίκα, που το βρήκες αυτό το δαχτυλίδι; Αυτό κάνει μια περιουσία...
- Που να σου τα λέω άντρα μου. Εχθές που είχα πάει για καφέ με μια φίλη μου, πάω στην τουαλέτα της καφετέριας που καθόμασταν και τι βλέπω! Μέσα στον νιπτήρα ήταν αυτό το πανέμορφο δαχτυλίδι! Κοιτάζω τριγύρω, δεν βλέπω κανέναν και το πήρα!
Περνάνε μερικές μέρες και ο τύπος βλέπει την γυναίκα του που γυρνούσε από την βόλτα, να φοράει μια πανάκριβη γούνα.
- Τι είναι αυτό ρε γυναίκα; Που την βρήκες αυτή τη γούνα;
- Aσε άντρα μου, που να στα λέω. Κάνανε λάθος στην γκαρνταρόμπα του μαγαζιού που καθόμασταν με τη φίλη μου και αντί για το παλτό μου, μου έδωσαν αυτή τη γούνα. Χαζή είμαι κι εγώ; Την πήρα και εξαφανίστηκα!
Κι ο άντρας:
- Τι να σου πω, ρε γυναίκα. Είσαι πολύ τυχερή. Εγώ ένα σώβρακο βρήκα στο κρεβάτι μας και αυτό μου είναι μικρό..
Το γυφτάκι της ιστορίας μας έχει τρομακτικό ταλέντο στη ζωγραφική.
Μπορεί στα μαθήματα να μη τα κατάφερνε αλλά για τη ζωγραφική του όλοι έχουν να πουν στο σχολείο. Φανταστείτε ότι σε μια εργασία που τους έβαλε ο δάσκαλος στο σχολείο να ζωγραφίσουν ένα περιστέρι το έκανε τόσο ζωντανό λες και ήταν έτοιμο να πετάξει.
Ο δάσκαλος αποφασίζει να πάει στον πατέρα του για να του πει για το γιό του να μπει σε κάποια σχολή ζωγραφικής για να αξιοποιηθεί το ταλέντο του.
Όταν έφτασαν κοντά στο τσαντίρι ο γύφτος άρχισε να φωνάζει στο γιό του.
- Τα σε πιάσω ρε κολοπεντι τα σου ντείξω εγκω.
Το γυφτάκι κρυβόταν πίσω από το δάσκαλο.
- Ντύρτω ντάσκαλε το κωλόπαιντο ντύρτω.
- Μα τι λες του λέει ο δάσκαλος το παιδί σου είναι ένας ανερχόμενος ζωγράφος πρέπει να το προσέξεις!
- Τα το σαπίσω στο ξύλο, συνεχίζει ο γύφτος.
- Μα γιατί; ρωτάει ο δάσκαλος.
- Χτες το κωλόπαιδο ζωγράφισε ένα μου** στη σόμπα και εγώ έκαψα τον πού*** μου και ο πατέρας μου τη γλώσσα του!
Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος.
Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαιδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης:
Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.