φρέσκα ανέκδοτα

Δύο άφραγκοι, μπατήρια τελείως κάποια στιγμή επαναστατούν.
Όχι ρε λέει ο ένας στον άλλο, αυτό είναι άδικο. Να στερούμαστε τα πάντα το καταλαβαίνω αλλά και το φαγητό πάει πολύ. Κάτι πρέπει να βρούμε να τρώμε τουλάχιστον... Κάπως έτσι τους ήρθε η ιδέα. Μαζεύουν λοιπόν ό, τι φραγκοδίφραγκα είχαν και αγοράζουν ένα λουκάνικο. Το σχέδιο ήταν να πηγαίνουν σε κάποιο μαγαζί και αφού φάνε καλά να πέφτει ο ένας στα γόνατα να βγάζει το λουκάνικο από το παντελόνι του άλλου και προσποιούμενος πως είναι το όργανο του να ξεκινάει π**α. Έτσι τα γκαρσόνια έξαλα θα τους πέταγαν έξω με τις κλωτσιές. Το σχέδιο τίθεται σε εφαρμογή με μεγαλύτερη επιτυχία απ ότι περίμενε ο εμπνευστής του. Έτρωγαν στα πιο κυριλέ εστιατόρια και πάντα λίγο πριν το λογαριασμό τους πέταγαν έξω κλωτσοπατινάδα, αλλά πάντα χορτάτους. Πέρασαν έτσι κάποιες εβδομάδες και είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους για τα καλά. Μετά από ένα ανάλογο εγχείρημα είχαν αράξει κάτω από ένα δέντρο και τότε έρχεται η ώρα της εξομολόγησης. Ξέρεις να, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά έτσι που γλείφω το λουκάνικο, έτσι που είναι ζουμερό-ζουμερό, ζεστό-ζεστό μου ρχεται να το φάω στην πραγματικότητα. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά...- Κόψε τα κουφά και σταμάτα τις μαλακίες, του λέει κοφτά ο άλλος και πρόσεχε γιατί το λουκάνικο πεινούσα και το έφαγα από την πρώτη μέρα...
Το σπίτι του μικρού Θωμά είναι γεμάτο με συγγενείς, που έχουν έρθει για τη γιορτή του μπαμπά.
Εκεί που τρώνε και κουβεντιάζουν ο παππούς παρατηρεί ότι ο Θωμάς έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη συζήτηση. Βγάζει λοιπόν απ το πορτοφόλι του ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο και λέει στο μικρό Θωμά να διαλέξει ένα. και να το κρατήσει. Ο μικρός διαλέγει το πεντοχίλιαρο και ο παππούς, απορημένος απ την κακή επιλογή του εγγονού του, βγάζει άλλο ένα πεντοχίλιαρο απ το πορτοφόλι του και το ακουμπάει πάνω στο τραπέζι. Πάλι ο μικρός Θωμάς διαλέγει το πεντοχίλιαρο και αγνοεί το δεκαχίλιαρο.
Η σκηνή επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές. Μετά ο παππούς τον πάει σ έναν απ τους θείους και του λέει πόσο βλαξ είναι ο μικρός Θωμάς, που πάντα διαλέγει το πεντοχίλιαρο και κάνει και μια επίδειξη, αλλά πάλι ο Θωμάς διαλέγει το μικρότερο χαρτονόμισμα. Συνεχίζει και κάνει το γύρω του τραπεζιού, δείχνοντας σε όλους την
Προτίμηση του εγγονού του στα πεντοχίλιαρα. Τελικά φτάνουν και στον πατέρα του Θωμά..
Ο πατέρας, πιασμένος σε μια συζήτηση μ ένα απ τ αδέλφια του, δε δίνει και μεγάλη σημασία.
Όταν τα φαγητό τελείωσε, παίρνει ο πατέρας το γιο του παράμερα και τον ρωτάει αν ξέρει τη διαφορά ανάμεσα σ ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο.
- Φυσικά και την ξέρω, απαντάει ο μικρός Θωμάς.
- Τότε γιατί διαλέγεις πάντα το πεντοχίλιαρο; ρωτάει απορημένος ο πατέρας.
- Μήπως νομίζεις ότι, αν είχα διαλέξει το δεκαχίλιαρο, ο παππούς θα επαναλάμβανε το ίδιο πράμα 15 φορές; αποκρίνεται ο μικρός Θωμάς.
Ένας πηγαίνει σε έναν οίκο ανοχής. Η κυρία στη ρεσεψιόν τον ενημερώνει για τις τιμές ανάλογα με τις απαιτήσεις των κυρίων. Αυτός όμως δεν έχει πάνω του πάνω από 10.000 δρχ.
"10.000 δρχ. κάνει το "πιγκουινάτο" του λέει η κυρία.
Συμφωνεί ο κύριος και ανεβαίνει στο δωμάτιο που τον έστειλε η κυρία.
Μπαίνει μέσα και βλέπει πάνω στο κρεβάτι ένα πολύ όμορφο κορίτσι, με ένα φοβερό σώμα και ένα καταπληκτικό πρόσωπο.
Τη πλησιάζει και αρχίζουν τα προκαταρκτικά.
Σε λίγη ώρα, και αφού ο κύριος έχει ανάψει για τα καλά, γδύνει τη κοπέλα και ξεκουμπώνει και εκείνος το πουκάμισό του και το βγάζει. Συνεχίζουν τα προκαταρκτικά με τη κούκλα και μη αντέχοντας άλλο ξεκουμπώνει τη ζώνη του παντελονιού του, το φερμουάρ και το κατεβάζει. Πριν προλάβει να το βγάλει η κοπέλα σηκώνεται, ανοίγει τη πόρτα, βγαίνει από το δωμάτιο και εξαφανίζεται.
Και εκείνος με κατεβασμένο το παντελόνι μέχρι τους αστραγάλους προσπαθεί να τρέξει πίσω της να την προλάβει...