φρέσκα ανέκδοτα

Δύο παντρεμένες φίλες βγήκαν έξω το βράδυ.
Πήγαν σε ένα μπαράκι. Ποτό στο ποτό μέθυσαν. Ήρθε η ώρα να φύγουν. Στο δρόμο για να πάνε στα σπίτια τους δεν βρήκαν ταξί και άρχισαν το περπάτημα. Για μια στιγμή ήθελαν να κάνουν την ανάγκη τους. Το μόνο μέρος που βλέπανε στον ορίζοντα για να πάνε να κατουρήσουν ήταν ένα νεκροταφείο.
Τι να κάνουν; Πάνε.
Κατεβάζει η μία το παντελόνι της, κάνει την ανάγκη της, όμως δεν είχε χαρτί να σκουπιστεί. Έβγαλε αναγκαστικά το κυλοτάκι της και σκουπίστηκε.
Κατεβάζει και η άλλη την φούστα της, κατούρησε, όμως και αυτή δεν είχε χαρτάκι να σκουπιστεί και παίρνει την κορδέλα από το στεφάνι ενώς τάφου και σκουπίζεται.
Την απόμενη μέρα οι δύο σύζυγοί τους μιλούσαν στο τήλεφωνο.
Λέει ο ένας στον άλλο:
- Ασε Δημήτρη! Εχτές η γυναίκα μου γύρισε στο σπίτι χωρίς κυλοτάκι!
- Εσύ τυχερός είσαι! Εμένα η γυναίκα μου γύρισε με ένα χαρτάκι κολλημένο στο πισινό της που έγραφε:
"Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ"!
Mια Ρωσίδα ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα της, αλλά δεν είχε αρκετά λεφτά και αναγκάστηκε να κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει ένας οδηγός και την ρωτάει που πάει. Όταν του λέει αυτή στην Ρωσία, της λέει ότι δεν βολεύει και φεύγει.
Tο ίδιο γίνεται και με τους επόμενους, ώσπου σταματάει μια νταλίκα και την ρωτάει ο νταλικέρης που πάει.
- Στην Ρωσία, του απαντάει η κοπέλα.
- Εντάξει, της λέει αυτός, θα σε πάρω, αλλά να ξέρεις, πρέπει να πάρουμε το πλοίο και σε κάθε λιμάνι θα μου κάθεσαι...
Tι να κάνει η φουκαριάρα, λεφτά δεν είχε... συμφώνησε.
Mπαίνουν λοιπόν στο πλοίο, την βάζει και σε μια καμπίνα ο νταλικέρης και ξεκινούν.
Σε μισή ώρα, το πλοίο πιάνει λιμάνι. Μπαίνει ο νταλικέρης στην καμπίνα και...
Σε λίγο φεύγει το πλοίο, και σε μισή ώρα σταματάει πάλι σε λιμάνι. Ξανά ο νταλικέρης στην καμπίνα. Ξαναφεύγει το πλοίο, σε μισή ώρα πάλι τα ίδια! H Ρωσίδα έχει απηυδίσει.
- Tι στο καλό γίνεται, λέει. Στο επόμενο λιμάνι θα ρωτήσω πότε φτάνουμε...
Στο επόμενο λιμάνι, αφού υποχρεώνεται ξανά να κάτσει του νταλικέρη, μόλις τελειώνει, βγαίνει από πίσω του, βλέπει ένα ναύτη και τον ρωτάει:
- Pε παλικάρι, πότε φτάνουμε στη Ρωσία;
- Ποια Ρωσία μαντάμ, απαντάει έκπληκτος αυτός. Pίο - Aντίριο κάνουμε!
Ο Έλληνας υπουργός Δημοσίων Έργων συναντιέται με τον Γερμανό ομόλογό του στη Γερμανία και επισκέπτονται διάφορα έργα που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας του Γερμανού.
- Τη βλέπεις αυτή τη γέφυρα; λέει ο Γερμανός. Κόστος 150 εκατομμύρια μάρκα και 15 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
Πηγαίνουν παρακάτω και δείχνει στο δικό μας μια ανισόπεδη διάβαση.
- Τη βλέπεις αυτή την ανισόπεδη διάβαση; Κόστος 200 εκατομμύρια μάρκα, 20 εκατομμύρια στην τσέπη μου.
H ξενάγηση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Μετά από λίγο καιρό, ο Γερμανός, ως επίσημος προσκεκλημένος του Έλληνα ομόλογού του, επισκέπτεται την Ελλάδα.
Ο Έλληνας υπουργός τον ξεναγεί στα διάφορα έργα. Φτάνουν και πάνω από τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρίου και τον ρωτά:
- Τη βλέπεις αυτή την υπερσύγχρονη γέφυρα, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη;
- "Ποια γέφυρα;", απορεί ο Γερμανός.
- 3 δισεκατομμύρια δραχμές στην τσέπη μου!
Η κυρία είναι στο κρεβάτι με τον εραστή της. Ξαφνικά ακούν το αυτοκίνητο του συζύγου να παρκάρει έξω απ το σπίτι. Ο εραστής τρέχει πανικόβλητος να κρυφτεί. Η κυρία, πιο ψύχραιμη, του λέει:
- Πήγαινε στη γωνία και κάτσε ακίνητος!
- Μα...
- Δεν έχει μα! Κάτσε εκεί που σου λέω!
Πηγαίνει στο μπάνιο και φέρνει baby-oil και ταλκ. Τον πασαλείβει με το λάδι, τον πασπαλίζει ολόκληρο με ταλκ και του λέει:
- Κάτσε ακίνητος και κάνε το άγαλμα!
- Μα...
- Κάνε το άγαλμα, που σου λέω, αλλιώς μας έσφαξε και τους δυο!
Μπαίνει ο σύζυγος και βλέπει το "άγαλμα".
- Τι είναι αυτό Μαρία;
- Α, τίποτε! Είχα πάει στους Παπαδοπουλαίους το Σαββατοκύριακο κι είχαν ένα τέτοιο άγαλμα και το ζήλεψα. Δεν σε πειράζει που πήρα κι εγώ ε;
- Α μπα, τι να με πειράξει;
Έκατσαν, έφαγαν, είδαν τηλεόραση και κάποια στιγμή έπεσαν για ύπνο. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, ανοίγει το ψυγείο, φτιάχνει ένα σάντουιτς, παίρνει και μια μπύρα και πάει στο "άγαλμα".
- Έλα ρε, φάε, πιες!
Ο εραστής παγώνει απ το φόβο του.
- Έλα ρε, φάε κάτι! Εγώ τρεις μέρες έκανα το άγαλμα στους Παπαδοπουλαίους κι ούτε ένα ποτήρι νερό δεν μου δωσαν!