φρέσκα ανέκδοτα

Δυο φίλοι συζητούν φιλοσοφικά…..
- Ρε Θανάση, εσύ πιστεύεις στη μετενσάρκωση; -Τι είναι μετεμψύχωση; -Ε αυτό που λένε ότι άμα πεθάνεις, ξαναγυρίζεις στη γη με άλλη μορφή, σαν ζώο ας πούμε ή σαν φυτό και κάτι τέτοια...
- Δεν το ξέρω το θέμα...
- Τότε, θα κάνουμε μια συμφωνία. Όποιος πεθάνει πρώτος, θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον άλλο και να του πει τι γίνεται εκεί πάνω, αν όλα αυτά είναι αλήθεια και αν ξαναγυρίζει κανείς εδώ κάτω με άλλη μορφή.
- Εντάξει φίλε, έτσι θα γίνει! Μετά από χρόνια πεθαίνει ο Θανάσης πρώτος και ο φίλος του περιμένει να δει αν θα είναι συνεπής στη συμφωνία τους κι αν θα επιδιώξει να επικοινωνήσει μαζί του. Μήνες μετά από τη κηδεία, όπως κοιμότανε στο κρεβάτι του ακούει κάποιον να τον φωνάζει με τρομερή φωνή...
- Ναι; -Έλα φιλάρα, ο Θανάσης είμαι. Δεν επικοινώνησα μαζί σου τόσο καιρό γιατί είχα πάθει υπερκόπωση... Ο άλλος ενθουσιάζεται που ακούει το φίλο του μετά από τόσο καιρό και αρχίζει να τον ρωτάει:
- Πώς περνάς ρε Θανασάρα, τι γίνεται εκεί πάνω; -Ζωή και κότα φίλε μου... Ξυπνάω το πρωί, τρώω, μετά κάνω έρωτα, μετά ξανά τρώω, ξανακάνω έρωτα... Αυτό γίνεται από το πρωί μέχρι το βράδυ! Όλο φαΐ και πήδημα είναι η ζωή μου...
- Πού είσαι βρε Θανάση; Στον Παράδεισο; -Ποιο Παράδεισο ρε φίλε; Κόκορας σε ορνιθοτροφείο στα Μέγαρα είμαι!
Μπαίνει στο σαλούν ένας γίγαντας καουμπόη, πλησιάζει στο μπάρμαν και λέει:
- Ένα ποτό, το πιο δυνατό που έχεις.
Του δίνει ένα ποτήρι, το πίνει και αφού πυροβολεί στον αέρα λέει:
- Σου είπα ρε μαλάκα, το πιό δυνατό κι όχι νεράκι σαν αυτό που μου έδωσες.
Του δίνει ένα άλλο αλλά πάλι τα ίδια. Κατέβασε όλα τα μπουκάλια που είχε, δοκίμαζε αυτός και τα έσπαζε ζητώντας πιο δυνατό. Έμεινε ένα μπουκάλι σε μια άκρη και του λέει να το δοκιμάσεικαι εκείνο.
- Όχι, όχι κύριε, αυτό δεν κάνει.
Βλέποντας την κάννη στο στόμα του, το κατεβάζει και του το δίνει. Ο καουμπόη το πίνει σχεδόν μονορούφι και του δίνει συγχαρητήρια.
- Αυτό είναι ποτό, ρε μαλάκα.
Την άλλη μέρα ξαναπηγαίνει και ζητά ένα από το ίδιο.
- Τι φοβερό ποτό είναι αυτό, ρε;
- Να... ξέρετε είναι... νιτρικό όξυ.
- Α αααα. Για αυτό κάθε φορά που έκλανα άνοιγε τρύπα στο σώβρακο!
Ένας νεαρός αγρότης που ζει σε μιά φάρμα μαζί με την σύζυγό του, δέχεται την επίσκεψη της πεθεράς του, η οποία σκοπεύει να μείνει εκεί μια-δυό εβδομάδες και μάλιστα απαιτεί να επιθεωρήσει τον χώρο.
Καθώς περπατούν μέσα στον στάβλο, το μουλάρι του αγρότη ξαφνικά σηκώνεται και τραβάει μια γερή κλωτσιά στο κεφάλι της πεθεράς και την αφήνει ξερή.
Στην κηδεία μερικές μέρες αργότερα, ο αγρότης στέκεται κοντά στο φέρετρο και χαιρετά γνωστούς και φίλους που περνούν για να τον συλλυπηθούν. Ο παπάς παρατηρεί ότι όποτε περνάει μια γυναίκα και χαιρετά τον αγρότη, αυτή ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, εκείνος συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι του και της λέει κάτι. Κάθε φορά που κάποιος άντρας τον χαιρετά, του λέει κάτι και ο αγρότης κουνάει αρνητικά το κεφάλι και του απαντά ψιθυριστά στο αυτί.
Περίεργος ο παπάς πλησιάζει μετά την κηδεία και ρωτά τον αγρότη τι συνέβαινε τόση ώρα. Ο αγρότης του απάντησε: “Κάθε φορά που ερχόταν μια γυναίκα μου έλεγε ‘Τι φοβερή τραγωδία’ και εγώ συμφωνούσα κουνώντας το κεφάλι και έλεγα “Ναι, τι τρομερό”. Οι άντρες με ρωτούσαν: “Το πουλάς το μουλάρι;” και εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και έλεγα: “Δεν γίνεται. Το έχω ήδη νοικιάσει σε άλλους για έναν χρόνο”.
Είναι ένας λαγός δίπλα σε ένα βράχο.
Ξεκινάει...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή πεδιάδα, από μία μεσαία πεδιάδα, από μία μεγάλη πεδιάδα...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό βουνό, από ένα μεσαίο βουνό, από ένα μεγάλο βουνό.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό δάσος, ένα μεσαίο δάσος, από ένα μεγάλο δάσος.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή λίμνη, μία μεσαία λίμνη, από μία μεγάλη λίμνη...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα ρηχό ποτάμι, ένα βαθύ ποτάμι, από ένα στενό ποτάμι, από ένα φαρδύ ποτάμι.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει... φτάνει στην θάλασσα...
Κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, φτάνει σε ένα μικρό νησί, ένα μεσαίο νησί, ένα μεγάλο νησί...
Βλέπει ένα κάστρο.
Περνάει από μία μικρή πόρτα, μία μεσαία πόρτα, μία μεγάλη πόρτα.
Περνάει ένα μικρό διάδρομο, ένα μεσαίο διάδρομο, ένα μεγάλο διάδρομο.
Περνάει ένα μικρό σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι.
Μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο, ένα μεσαίο δωμάτιο, ένα μεγάλο δωμάτιο.
Βλέπει ένα μικρό μπαούλο, ένα μεσαίο μπαούλο, ένα μεγάλο μπαούλο.
Ανοίγει το μεγάλο μπαούλο, βλέπει μέσα έναν ελέφαντα.
Κλείνει το μπαούλο.
Περνάει δίπλα από τα μπαούλα, μέσα από τα δωμάτια, τα σαλόνια, τους διαδρόμους, τις πόρτες.
Βγαίνει από το κάστρο, περνάει από τα νησιά, τις λίμνες, τα δάση, τα βουνά, τις πεδιάδες.
Φτάνει στον βράχο και λέει:
- Φτου ένας ελέφαντας!
Μια παντρεμένη γυναίκα έχει εραστή έναν γιατρό γυναικολόγο.
Ο άνδρας το αγνοεί. Αποφασίζει το ανδρόγυνο να πάνε διακοπές στο εξοχικό τους. Η ερωτική απουσία του γιατρού στην γυναίκα είναι έντονη.
Τι να κάνει λοιπόν. Σκέφτεται ότι πρέπει κάτι να κάνει για να τον δει.
Καθώς κολυμπούσε στην θάλασσα , ξαφνικά φωνάζει βοήθεια , βοήθεια.
Έντρομος ο σύζυγος πέφτει μέσα στην θάλασσα την πλησιάζει και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.
Του λέει λοιπόν ότι μπήκε ένας κάβουρας στο μ... Ί μου. Αμέσως πρόθυμος ο σύζυγος την λέει να πάνε σε έναν Γυναικολόγο.
Η γυναίκα του σαφώς και τον πηγαίνει στον εραστή γιατρό της για να την δει. Με μεγάλη αγωνία ο Σύζυγος ρωτά τον γιατρό.
Τι θα κάνουμε γιατρέ; Ψύχραιμος ο Γιατρός τον απαντά.
Θα ξεντυθείς και θα βάλεις τον π... Ο σου μέσα της έτσι ώστε να τον μαγκώσει ο κάβουρας και να τον τραβήξουμε έξω.
Απορημένος ο σύζυγος απαντά. Τι λες Γιατρέ; Και αν μου τον κόψει;
Δεν τον βάζεις καλύτερα εσύ;
Aλλο που δεν ήθελε ο γιατρός (και μπροστά του), παίρνει την θέση του για να πιάσει τον κάβουρα.
Πήγαινε μια μπροστά και μια πίσω λέγοντας συνέχεια : τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε , τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε , τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε.
Μετά από πολύ ώρα προσπάθειας για να τον πιάσουν τον κάβουρα δεν κάνουν τίποτα.
Οπότε λέει ο σύζυγος στον Γιατρό.
Aντε γιατρέ τουλάχιστον να τον πνίξουμε...
Κηρύχθηκε κάποτε πόλεμος στο δάσος και βγήκε μια ανακοίνωση που καλούσε όλα τα ζώα του δάσους, να παρουσιαστούνε φαντάροι για να πολεμήσουν.
Φυσικά κανένα ζώο δεν ήθελε να πάει να σκοτωθεί και άρχιζαν να σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να τη γλυτώσουν.
Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, κόβει την ουρά της και πάει να καταταγεί. Τη κοιτάει καλά καλά ο στρατολόγος και αποφασίζει:
- Αλεπού Αλεπουδοπούλου, χωρίς ουρά, Ι5 και τη στέλνει σπίτι της.
Αυτή, γεμάτη χαρά που τη σκαπούλαρε, λέει τα καθέκαστα στο λαγό. Ο λαγός το σκέφτεται για λίγο και μετά κόβει τα αυτιά του και πάει να παρουσιαστεί.
- Λαγός Λαγόπουλος, χωρίς αυτιά, Ι5, βγάζει το συμπέρασμά του ο στρατολόγος και στέλνει και το λαγό στο σπίτι του.
O Αρκούδος που έτυχε να περνάει από εκεί, βλέπει την Αλεπού χωρίς ουρά και το Λαγό χωρίς αυτιά και γεμάτος απορία ρωτάει τι τους έπιασε και πετσοκόφτηκαν. Όταν του λένε όλη την ιστορία, αυτός γυρίζει και τους λέει όλο απελπισία:
- Καλά εσείς είχατε κάτι να κόψετε, εγώ τι να κόψω ο φουκαράς;
- Κόψε τα παπάρια σου, του λένε και οι δύο, χωροδιακά.
- Τι λέτε μωρέ, μουρλαθήκατε τελείως; διαμαρτύρεται στην αρχή αυτός, αλλά τον τρομοκράτησαν οι άλλοι δύο ότι καλύτερα χωρίς παπάρια παρά νεκρός και κάτι παρόμοια και τελικά το αποφάσισε και τα έκοψε.
Μια και δυο πάει στη στρατολογία να παρουσιασθεί. Ο γνωστός μας τύπος τον κοιτάει λίγο και μετά λέει: