Skip to main content
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητά απότομα ένα σφηνάκι με ουίσκι 12 ετών. Ο μπάρμαν σκέφτεται ότι είναι άσχετος και ότι δεν θα καταλάβει, κι έτσι του βάζει ένα ουίσκι 2 ετών.
Αυτός τραβάει την πρώτη γουλιά, αλλά τη φτύνει και φωνάζει:
- Είπα 12 ετών! Όχι 2!
Ο μπάρμαν τσαντίζεται, και του βάζει ένα ουίσκι 6 ετών.
Τραβάει αυτός πάλι την πρώτη γουλιά, αλλά την ξαναφτύνει και φωνάζει:
- Καλά κουφός είσαι; Σου είπα 12 ΕΤΩΝ! Όχι 6!
Ο μπάρμαν επιμένει και του βάζει ένα ουίσκι 10 ετών και σκέφτεται ότι τώρα δεν πρόκειται να το καταλάβει με τίποτα!
Παρόλα αυτά, ο τύπος με την πρώτη γουλιά χτυπάει κάτω το ποτήρι και του λέει ήρεμα:
- Κοίτα, αν δεν μου βάλεις τώρα ένα 12 ετών, θα στα σπάσω όλα εδώ μέσα.
Ο μπάρμαν πείθεται επιτέλους ότι ο τύπος είναι γνώστης, και του βάζει ένα ουίσκι 12 ετών, και ο τύπος το πίνει με φανερή ευχαρίστηση.
Ένας μεθυσμένος που καθόταν πιο πέρα και έβλεπε όλη τη φάση, πλησιάζει τον τύπο, του δίνει ένα γεμάτο ποτήρι και του λέει:
- Εσύ πρέπει να το δοκιμάσεις αυτό...
Ο τύπος κάνει να πιει την πρώτη γουλιά, αλλά κατευθείαν την φτύνει και φωνάζει ξινισμένος:
- Ρε φίλε αυτό είναι σαν κάτουρο!
Και ο μεθυσμένος απαντάει:
- Κάτουρο είναι. Πόσο χρονών είμαι;
Ερωτευμένος Παοκτζής.
Δύο παοκτζήδες περπατούν στον δρόμο και συναντούν έναν φίλο τους:
- Ρε συ Γιώργο, του λένε, πού χάθηκες τόσο καιρό;
- Ε, να, είχα δουλειές.
- Μα εσύ ούτε από τον σύνδεσμο δεν περνάς πια! Τί συμβαίνει;
- Ξέρετε ρε παιδιά, ε, να, είμαι ερωτευμένος.
- Ερωτευμένος; Και οι εκδρομές που κάναμε μαζί στην Αθήνα, η Τούμπα, τα συνθήματα, τα ντου, η Παοκάρα μας... Πού πήγαν όλα αυτά;
- Αφήστε ρε παιδιά. Είμαι πολυ ερωτευμένος. Βλέπω ηλιοβασίλεμα και κλαίω. Μυρίζω λουλούδι και αναστενάζω. Για να καταλάβετε, κάθομαι και γράφω ποιήματα!
- Ποιήματα; Εσύ; Ο πιο τρελαμένος Παοκτζής;
- Ναι. Να, τώρα τελείωσα ένα. Ακούστε το.
Το προσωπο σου ειναι σαν κρινο
Απο το ματι σου το δακρυ πινω
Ολη η φυση ανθιζει για μασ
Γαμ*** ο θρυλοσ κι ο πειραιασ!
Το σκηνικό είναι λίγο έως πολύ γνωστό, ιδιαίτερα στους νέους.
Ένας τύπος είχε από μικρός λόξα με τις μηχανές. Ονειρευόταν λοιπόν κάποια μέρα να οδηγεί την δικιά του Harley Davidson, ενώ όπως ήταν φυσικό, το δωμάτιό του ήταν γεμάτο με αφίσες. Harley με τοπία, Harley με γκόμενες, Harley χωρίς γκόμενες.. κάθε συνδυασμός με απαραίτητο συστατικό την Harley.
Αφού λοιπόν έχει κάνει αιματηρές οικονομίες και έχει τρίψει δεκάδες τζιν στην καρέκλα του γραφείου που δούλευε, καταφέρνει να μαζέψει το ποσό για να πάρει την ακριβότερη Harley που κυκλοφορεί. Μια και δυο, πηγαίνει στην τράπεζα και σηκώνει τα λεφτά μέχρι τελευταίας δεκάρας και τρέχει στο κατάστημα. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για τη συναλλαγή, μιας και την μηχανή την είχε σταμπάρει από καιρό. Έτσι, αφού κανονίζει τις λεπτομέρειες καβαλάει την Harley και ετοιμάζεται να πάει σπίτι για να κάνει έκπληξη στους δικούς του.
Πριν ξεκινήσει την μηχανή τον προλαβαίνει ο πωλητής και του λέει:
- Να σας ρωτήσω κάτι πριν φύγετε.. τη μηχανή θα την έχετε κάτω από υπόστεγο, ή σε ανοικτό χώρο;
- Σε ανοικτό χώρο, απαντάει ο τύπος, γιατί;
- Ξέρετε, καλό θα ήταν τότε όταν βρέχει να την αλλοίφετε με βαζελίνη ώστε να μην σπάσει το χρώμα της.
- Α, σας ευχαριστώ πολύ, θα το έχω υπόψη μου, λέει και φεύγει για το σπίτι.
Στο σπίτι του εν τω μεταξύ, η αρραβωνιαστικιά του, η αδερφή του, η μητέρα του και ο πατέρας του, έχουν μόλις τελειώσει το μεσημεριανό τους και έχουν μαζέψει μία στοίβα πιάτα στο νεροχύτη για πλύσιμο. Κλασσικά όμως, κανένας δεν προθυμοποιείται να τα πλύνει, έτσι έχουν συμφωνήσει ότι όποιος μιλήσει πρώτος θα πλύνει τα πιάτα.
Μετά από κανα 20λεπτο, σκάει μύτη ο τύπος με τη Harley. Τρέχει γρήγορα μέσα στο σπίτι και φωνάζει όλος χαρά την αραβωνιαστικά του.
- Ελένηηη... που είσαι;
Εμφανίζεται η Ελένη σιωπηλή!
- Αγάπη μου, επιτέλους το όνειρό μου γίνεται πραγματικότητα!.. Πήρα την πολυπόθητη Harley!
Η Ελένη όμως δεν απαντάει, παρά μόνο χαμογελάει με υπονοούμενο. Ο τύπος παραξενεύεται και ξαναδοκιμάζει..
- Γλυκιά μου.. πήρα Harley.. δεν έχεις να πεις τίποτα;
Εξακολουθεί όμως εκείνη να μην λέει τίποτα! Ο τύπος την κοιτάει ξανά, και της λέει...
- Αα.. κατάλαβα, θέλεις να το γιορτάσουμε κατάλληλα ε; Πονηρούλα... και την πιάνει, την γδύνει και της ρίχνει ένα καλό επιεόρτιο γαμήσι. Παρ όλα αυτά, η Ελένη δεν έβγαλε μιλιά. Έτσι ο τύπος πάει και βρίσκει την αδερφή του.
- Λία, της λέει, επιτέλους μετά από τόσα χρόνια έχω τη δική μου Harley Davidson!
Προς μεγάλη έκπληξη του τύπου, ούτε η Λία βγάζει μιλιά! Εκείνη τη στιγμή, έχουν μαζευτεί όλοι στο σαλόνι..
- Μα βρε Λιάκι, ούτε εσύ έχεις να πεις τίποτα...; .. you know.. Harley?
Η Λία όμως αγρόν ηγόραζε... ο τύπος την κοιτάει και αυτή με περίεργο ύφος και της λέει..
- Αχα.. βλέπω ότι γουστάρεις και εσύ κόλπα.. δεν βαριέσαι.. σήμερα είμαι πολύ χαρούμενος και δεν καταλαβαίνω τίποτα..
Έτσι, αρπάζει την αδερφή του, και της πετάει τα ματια και αυτής έξω.. Αφού λοιπόν τελειώνει και με την Λία, μαζεύει τα παντελόνια του και πάει στην μάνα του.
- Μάνα!.. επιτέλους τα όνειρά μου δεν είναι μόνο αφίσες!.. Εχω έξω την Harley!
Για ακόμα μια φορά, ο τύπος μένει άναυδος.. ούτε καν η μητέρα του μίλησε..
- Βλέπω ότι την έχετε δει περίεργα εδω μέσα, της λέει ο τύπος, αλλά η γριά η κότα έχει το ζουμί..
Έτσι, αρπάζει και τη μάνα του και της δίνει να καταλάβει τη διαφορά 25άρη και 55άρη!.. Αφού τελειώνει και με την μάνα του, και αφού δεν έχει ακούσει ούτε επιφώνημα, γυρνάει στον πατέρα του.
- Που σαι ρε γέρο; Θυμάσαι που τα λέγαμε για τις μηχανές; Πλέον θα σε πηγαίνω βόλτα με την καλύτερη μηχανή που κυκλοφορεί..
Ούτε όμως και ο πατέρας του μιλάει... ο τύπος συνεχίζει..
- Ρε πατέρα.. τί πάθατε όλοι σήμερα;
Μιλιά ο πατέρας.. ξαφνικά ακούγονται βροντές απ έξω. Ο τύπος κοιτάει από το παράθυρο και βλέπει ότι ο καιρός είναι κλειστός και ετοιμάζεται βροχή. Σκέφτεται λοιπόν φωναχτά..
- Ωχ.. πάω να φέρω τη βαζελίνη...
Και ο πατέρας...
- Μη μη! Θα πλυνω εγω τα πιατα