φρέσκα ανέκδοτα

Μια φαρμακερή χειμωνιάτικη μέρα. ένας γέρος, στη μέση μιας παγωμένης λίμνης ανοίγει μια τρύπα στον πάγο, ρίχνει την πετονιά και περιμένει τα ψάρια να δαγκώσουν...
Μια ώρα και ούτε ένα τσίμπημα...
Να σου έρχεται ένας νεαρούλης, ανοίγει κι αυτός μια τρύπα λίγο παραδίπλα και ρίχνει την πετονιά του... Δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό και ΧΡΑΠ! Ένα τεράστιο φαγκρί δαγκώνει το αγκίστρι. Ο νεαρούλης τραβάει έξω το φαγκρί και ο γέρος δεν πιστεύει στα μάτια του.
"Δεν βαριέσαι, απλή κωλοφαρδία..." σκέφτηκε.
Ο νεαρούλης όμως ξαναρίχνει την πετονιά, δεν περνάει ένα λεπτό και ΧΡΑΠ, δεύτερο φαγκρί!
Στα επόμενα πέντε λεπτά ο νεαρούλης βγάζει άλλα 4 ψάρια. Ο γέρος τραβούσε τα βυζιά του...
Τελικά δεν κρατήθηκε, πάει στον νεαρό:
- Ξέρεις, εγώ έχω πάνω από μία ώρα εδώ, και ούτε ένα ψάρι δεν δάγκωσε... Εσύ σε δέκα λεπτά έχεις βγάλει μισή ντουζίνα. Πώς τα καταφέρνεις;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Τί;
- Έπι ακατά ακουίκια ετά.
- Μίλα καθαρά, ρε φίλε, δεν καταλαβαίνω ούτε λέξη, λέει ο γέρος.
Κι ο νεαρός, φτύνοντας στη χούφτα του:
- Πρέπει να κρατάς τα σκουλήκια ζεστά...
Πριν μερικά χρόνια ο Μητσοτάκης με τον Παπανδρέου ήταν μαζί σε ένα δείπνο στο μέγαρο Μαξίμου. Ήταν πολύ επίσημο δείπνο κι έτρωγαν στην κυριολεξία με χρυσά κουτάλια!
Μια στιγμή λοιπόν ο Παπανδρέου βλέπει έκπληκτος τον Μητσοτάκη να αρπάζει δυο χρυσά πιρούνια και να τα βάζει στην τσέπη του.
"Τον αλήτη! Κλέβει τα πιρούνια!", σκέφτηκε. "Πρέπει να τα κλέψω κι εγώ!"
Πάει να τα πάρει από το πιάτο του αλλά έτρεμαν τα χέρια του (ήταν στα τελευταία του) κι έτσι χτυπούσαν τα πιρούνια πάνω στο πιάτο με αποτέλεσμα το γκαρσόνι να τρέχει να τον εξυπηρετήσει χωρίς έτσι να μπορεί να τα κλέψει μπροστά του.
Αυτό γινόταν συνεχώς. Κάποια στιγμή το γκαρσόνι πήγε κοντά του για πολλοστή φορά ρωτώντας τον μήπως ήθελε κάτι.
Τότε ο Ανδρέας του λέει εκνευρισμένος:
- Να σου κάνω ένα μαγικό;
- Βέβαια ότι θέλετε, του απαντά γεμάτος προθυμία
Τα βλέπεις αυτά τα πιρούνια;
- Ναι τα βλέπω.
- Πάρτα και βάλτα στην τσέπη μου!
- Μάλιστα απαντάει έκπληκτος το γκαρσόνι και χωρίς δεύτερη κουβέντα βάζει τα πιρούνια στην τσέπη του Παπανδρέου.
- Ωραία, του λέει μετά ο Ανδρέας. Βγάλτα τώρα από την τσέπη του Μητσοτάκη!
Πάνε τρεις γυναίκες στο παράδεισο και λέει ο Aγιος Πέτρος στη πρώτη.
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Aγιε μου ήμουνα πάρα πολύ καλή με τον άντρα μου βέβαια τον απάτησα δυο φορές αλλά τον αγαπούσα πάρα πολύ.
- Δεν πειράζει πάρε το χρυσό κλειδί του παραδείσου.
Λέει στη δεύτερη:
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Αγιε μου ήμουνα πολύ καλή μαζί του όμως τον απάτησα καμιά δεκαριά φορές.
- Καλά συγχωρείσαι πάρε το ασημένιο κλειδί του παραδείσου.
Λέει και στη τρίτη:
- Εσύ ήσουνα καλή με τον άντρα σου;
- Εγώ Αγιε μου δεν τον αγαπούσα καθόλου πάντα τον απατούσα. Ήμουνα σκέτη που**να.
- Καλά συγχωρείσαι πάρε το κλειδί του δωματίου μου.
Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γειά σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής.
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς.
Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τί να την κάνες;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λε ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και... Γιατί παντρεύεται;
- Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.