φρέσκα ανέκδοτα

Πεθαίνει λοιπόν o Μήτσος και επειδή είχε αμαρτίες πάει στην κόλαση!
Τον καλωσορίζει ο διάολος και τον αφήνει να περάσει για να διαλέξει το πού θέλει να πάει.
Εκεί που πήγαινε λοιπόν ακούει από μακριά κλάματα ,φωνές, οδυρμούς!
"Τι να γίνεται; ,απορεί!
Κοιτάει και βλέπει κάτι Γερμανούς.
- "Τι γίνεται, βρε παιδιά, εδώ;" ,τους ρωτάει.
- "Εεεεεε, τα κλασσικά", του λένε οι Γερμανοί. "Μπάνιο σε σκατά και μετά μαστίγωμα!" . Στην Γερμανία βρίσκεσαι!
"Σωστά! Στη Γερμανία βρίσκομαι! Καλύτερα να την κάνω από εδώ", σκέφτεται!
Πάει πιο πέρα και ακούει γέλια, χαρές, πανηγύρια!
"Σώπα, θα είναι καλά εδώ!", σκέφτεται.
Κοιτάει... Τι να δει;
Έλληνεσ!
"ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ! Εδώ είμαστε!", σκέφτεται.
Πλησιάζει και ρωτάει:
- "Βρε πατριώτες! Καλά πήγα στη γερμανική πλευρά και όλοι έκλαιγαν. Εσείς τι κάνετε εδώ;"
- "Ασε", του απαντούν.- "Τα κλασσικά! Πρώτα κολύμπι στα σκατά και μετά μαστίγωμα!"
- "Καλά βρε παιδιά και γιατί γελάτε;" ρωτάει έκπληκτος ο Μήτσος!
- "Εεεεεεεεε, μωρέ! Τι ρωτάς τώρα! Δεν ξέρεις; Πότε δεν φέρνουν σκατά, πότε ξεχνάνε τα μαστίγια! Στην Ελλάδα βρίσκεσαι...
Μια μέρα η οικογένεια του Μπόμπου θα πήγαινε επίσκεψη σε μια οικογένεια που είχε ένα νεογέννητο παιδάκι. Το παιδάκι αυτό όμως είχε γεννηθεί χωρίς αυτιά! Ο Μπόμπος επέμενε να πάει μαζί με τους γονείς του και ο πατέρας του ξέροντας ότι? . δεν μιλάει καθόλου του έταξε ένα ποδήλατο αρκεί να μην πει καμιά μα***ία . Ο Μπόμπος συμφώνησε.
Όταν πήγαν και είδαν το νεογέννητο, ο Μπόμπος άρχισε να το κοιτάζει περίεργα? Έβλεπε όμως και τις αυστηρές ματιές του πατέρα του, σκεφτόταν και το ποδήλατο και έκανε μόκο!
Κάποια στιγμή δεν άντεξε και ρώτησε:
- Αυτό το παιδάκι βλέπει καλά;
- Ναι του απάντησε η μητέρα του παιδιού.
- Και όταν μεγαλώσει και πάει σχολείο θα βλέπει καλά;
- Ναι, ήταν πάλι η απάντηση.
- Και στο γυμνάσιο θα βλέπει καλά;
- Ναι γιατί να μην βλέπει; του απάντησε πάλι η μητέρα του παιδιού.
- Και αν πάει Πανεπιστήμιο, θα βλέπει καλά;
- Ναι, αν δε βλέπει καλά θα φορέσει γυαλιά, είπε η μητέρα.
Και τότε έσκασε η βόμβα:
- Και πού θα τα κρεμάει; ?. στα αρ**δια του;
Απόσπασμα από το ημερολόγιό της
Την Τετάρτη το βράδυ τον βρήκα λίγο παράξενο. Είχαμε πει να συναντηθούμε στο μπαρ για ένα ποτό. Επειδή όλο το απόγευμα είχα βγει για ψώνια με τις φίλες μου, νόμιζα ότι ήταν εξ αιτίας μου. Επειδή έφτασα στο ραντεβού λίγο καθυστερημένα. Αυτός, όμως, δεν είπε τίποτα.
Η συζήτησή μας δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο και τότε του πρότεινα να πάμε σ ένα μέρος πιο ήσυχο και πιο ρομαντικό. Ξεκινήσαμε για ένα ωραίο εστιατόριο, αλλά αυτός συνέχισε να είναι παράξενος. Έδειχνε να είναι απών. Προσπάθησα να τον διασκεδάσω χωρίς αποτέλεσμα. Αναρωτιόμουν επίμονα αν ήταν δικό μου το φταίξιμο. Τον ρώτησα αν ήταν εξ αιτίας μου και μου απάντησε πως εγώ δεν είχα να κάνω, αλλά δεν πείστηκα.
Στο αυτοκίνητο, καθώς γυρίζαμε σπίτι του είπα ότι τον αγαπούσα πολύ κι αυτός με αγκάλιασε ψυχρά, χωρίς να βγάλει άχνα.
Δεν μπορώ να εξηγήσω τη συμπεριφορά του, δεν είπε τίποτα, δε μου είπε ότι με αγαπάει κι αυτός. Δεν ξέρω τι να πω, είμαι πολύ ανήσυχη!
Επιτέλους, φτάσαμε σπίτι. Τη στιγμή εκείνη ήμουν σίγουρη πως ήθελε να με αφήσει.
Προσπάθησα να του μιλήσω, εκείνος, όμως, άναψε την τηλεόραση κι άρχισε να παρακολουθεί αφηρημένα, βυθισμένος σε σκέψεις,
Σα να ήθελε να μου πει ότι όλα είχαν τελειώσει.
Στο τέλος παραιτήθηκα και πήγα για ύπνο. Δε θα χαν περάσει ούτε 10 λεπτά κι ήλθε κι αυτός στο κρεβάτι και με μεγάλη μου έκπληξε τον είδα να ανταποκρίνεται στα χάδια μου και κάναμε έρωτα αν και εξακολουθούσε να είναι απόμακρος.
Προσπάθησα να του μιλήσω για τη σχέση μας ακόμη μια φορά, για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ αλλά τον έχει ήδη πάρει ο ύπνος.
Έβαλα τα κλάματα. Έκλαιγα όλη νύχτα μέχρι που με πήρε και μένα ο ύπνος. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως σκεφτόταν κάποια άλλη.
Η ζωή μου είναι ένα μπάχαλο.
Απόσπασμα από το ημερολόγιό ΤΟΥ
Ο Θρύλος αποκλείσθηκε πάλι πολύ νωρίς από την Ευρώπη, αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά πήδηξα!
Ήταν 3 ναυαγοί σε ένα νησί, το οποίο είχε ένα φαρμακείο και ένα πο**ίο. Αφού συνήλθαν οι ναυαγοί, θέλησαν να εκτονωθούν στο πορνείο. Για λόγους προφύλαξης, σταμάτησαν από το φαρμακείο για να πάρουν προφυλακτικά. Φαρμακοποιός, ένας αράπης 2.20 μέτρων. Δεν μπορούσαν όμως να συνεννοηθούν επειδή δεν γνώριζαν την γλώσσα του αράπη.
- Προφυλλακτεχιον, λέει ο 1ος ναυαγός.
Ο αράπης δε καταλαβαίνει.
- Καποτεχιον, λέει ο 2ος.
Ο αράπης τίποτα.
- Αφού δε καταλαβαίνει, λέει ο 3ος, να βγάλουμε τα όργανα μας στον πάγκο, να βάλουμε και χρήματα, και θα καταλάβει ο αράπης ότι θέλουμε προφυλακτικά.
Βγάζει ο 1ος ένα όργανο 12 cm και 3$, ο 2ος όργανο 15 cm και 5$ και ο 3ος όργανο 18 cm και 8$.
Γεμάτος χαρά, βγάζει και ο αράπης το δικό του (25 cm) πάνω στον πάγκο, και μαζεύοντας τα χρήματα φωνάζει. "φουλ του πούτσ**, τα παίρνω όλα".
Είναι ένας στο αεροπλάνο για Λονδίνο και περιμένει την απογείωση του αεροπλάνου. Ξαφνικά ερχεται και κάθεται διπλα του μια κουκλάρα, διμετρη, απλώνει τα πόδια της, φτιάχνει το ντεκολτέ της, ανοίγει ένα περιοδικό και αρχίζει να διαβάζει. Ο άντρας λοιπόν που κάθεται δίπλα της, τρίβει τα χέρια του και λέει στον εαυτό του: μάγκα, την έκανες για σήμερα! έχεις 4 ώρες για να ρίξεις το γκομενάκι. Έντω μεταξύ η ώρα περνάει και η γκόμενα δεν έχει σηκώσει κεφάλι από το περιοδικό της! Σε κάποια φάση ακούγεται η ανακοίνωση από τον πιλότο ό,τι το αεροπλάνο σε λίγα λεπτά προσγειώνεται. Ο άντρας έχει αρχίσει και χάνει την υπομονή του, έτσι, γυρνάει και της λέει: συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά είστε αφοσιωμένη τόση ώρα στο περιοδικό σας. Πειράζει να μάθω τι διαβάζετε με τόση προσήλωση? Και απαντά η γυναίκα: Διαβάζω ένα άρθρο για τα πέη. Διαβάζω δηλαδή ότι οι μαύροι τον έχουν μακρύ, ενώ οι κρητικοί χοντρό. και πετάγεται ο άντρας και λέει: Συγγνώμη, μα μιλάμε τόση ώρα και δεν έχουμε συστηθεί ακόμα. Αμπτουλάχ Σιφακάκης!
Μια φορά ήταν ένας μούτσος σε ένα καράβι και έτριβε πατώματα. Είχε όμως ένα μειονέκτημα. Ήταν νάνος και μόνο 30 πόντους. Συνέχεια παραπονιότανε στον καπετάνιο και έκλαιγε στον ώμο του για το ότι ήταν κοντός. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και του είπε το μυστικό που τόσα χρόνια έκρυβε:
- Κάθε βράδυ στις 00:00 περνάει έξω απο το καράβι ένα τζίνι και ότι χάρη του ζητήσεις σου την πραγματοποιεί. Είναι όμως λίγο κουφό και πρέπει να του φωνάξεις δυνατά.
Το ίδιο βράδυ ο μούτσος πηγαίνει στην προβλήτα και περιμένει το τζίνι. Ξαφνικά βλέπει απο μακριά ένα φως να πλησιάζει και αρχίζει να φωνάζει για αρχή:
- Θέλω ένα καφάσι λίρες. Με το που φεύγει το τζίνι βλέπει ένα καφάσι μπύρες.
Πηγαίνει γρήγορα στον καπετάνιο κλαίγοντας και του λέει:
- Δεν με άκουσε ρε γαμώτο! και τότε του λέει και ο καπετάνιος:
- Και εγώ ρε μούτσε ένα πούτσο 30 πόντους του ζήτησα και μου έφερε εσένα...
Ήταν δύο φίλοι που κάθονταν σε μια καφετέρια, και ήταν άφραγκοι. Εκεί που πίναν τον καφέ τους, πετάγεται ο ένας, και λέει:
- "Ρε συ, πως δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό! Φεύγω, θα τα πούμε σε λίγους μήνες!"
Ο άλλος καθόταν απορημένος, και περίμενε τρεις μήνες, ώσπου μια ημέρα μια λιμουζίνα παρκάρει έξω από την καφετέρια, και βγαίνει ο φίλος του χλυδάτος και κουστουμαρισμένος!
- "Τι έγινε ρε μεγάλε," του λέει.
- "Ασε ρε, τα κονόμησα. Μου ήρθε η ιδέα να φτιάξω μια ποντικοπαγίδα με σίγουρα αποτελέσματα, την πούλησα και έχω γεμίσει χρήμα!"
- "Τι ποντικοπαγίδα είναι αυτή;"
- "Μα είναι απλό, παίρνω ένα κουτί με δύο θήκες, στις οποίες βάζω ένα κομμάτι τυρί στην μία, και ένα μπιφτέκι στην άλλη. Πάει ο ποντικός μέσα στο κουτί το βράδυ, και το πρωί όταν ανοίγεις το κουτί, τον βρίσκεις ακόμα εκεί να κάθεται ζαλισμένος και να σκέφτεται αν θα φάει το τυρί ή το μπιφτέκι και εσύ λοιπόν τον σκοτώνεις εύκολα!"
- "Και αυτό σε έκανε πλούσιο;"
- "Δεν με βλέπεις;"
- "Ρε μεγάλε, μου ήρθε και εμένα μια ιδέα. Σε λίγο καιρό, θα περάσω από το γραφείο σου να τα πούμε!"
Μετά από τρεις μήνες, έξω από το γραφείο του πλούσιου φίλου, προσγειώνεται ένα ελικόπτερο, και βγαίνει ο φίλος του με συνοδεία μπράβων, και γραμματέων, και μπαίνει στο κτίριο. Όταν τον βλέπει στο γραφείο του, τον ρωτάει:
- "Καλά ρε, πως τα κονόμησες και εσύ τόσο γρήγορα;"
- "Μα είναι απλό φίλε μου. Πήρα την ιδέα σου, και την έκανα ποιο οικονομική, οπότε έβγαλα περισσότερο κέρδος."
- "Δηλαδή;"
- "Να μωρέ, θυμάσαι τον ποντικό που ήταν να διαλέξει το τυρί ή το μπιφτέκι;"
- "Ναι..."
- "Ε, λοιπόν εγώ δεν βάζω τίποτα στο κουτί, οπότε το πρωί που πας και ανοίγεις το κουτί, βρίσκεις τον ποντικό κλαμένο να σκέφτεται που είναι το τυρί ή το μπιφτέκι;"
Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. "Θέλω αυτήν...", λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:
"Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες και τα λοιπά...". Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε. Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! "Περιμένετε"
, λέει στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
"Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις; Χάνομαι! Σε ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ το φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!"
. Και ο περιπτεράς:
"Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και...
Πάρε μου και εμένα μία!".