φρέσκα ανέκδοτα

Ο Χριστός νοστάλγησε τη Γη και είπε να κατέβει στην Αθήνα. Για να μην γίνει αντιληπτός βάζει ένα μπλουτζίν κι ένα κοντομάνικο και χώνεται σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια. Εκεί ακούει μια σερβιτόρα να λέει στην άλλη: – Φτιάξε το κοκτέιλ του Μάκη. Μετά απευθυνόμενη στο Χριστό. – Εσείς τι θα πιείτε; – Μια από τα ίδια! – Είστε σίγουρος; – Ας δοκιμάσω! Tο πίνει μονορούφι, παραγγέλνει κι άλλο. Το πίνει κι αυτό μονορούφι. Κι άλλο ένα! Ο Μάκης στη γωνία έξαλλος. – Τρία σερί ρε φίλε και δεν ζαλίστηκες; – Όχι φίλε μου! Δεν μεθάω εγώ. – Ε τότε θα σε πάω σε τεκέ να κάνεις κεφάλι! Πάνε σε τεκέ, καπνίζει ο Μάκης χασίσι δίνει και του Χριστού. Ο Χριστός καπνίζει τέσσερα απανωτά. – Τώρα ρε φίλε δεν την ζαλίστηκες; – Όχι φίλε μου. Άδικα προσπαθείς. Σε σένα θα το πω. Δεν μεθάω και δεν μαστουρώνω γιατί είμαι ο Χριστός. – Και γιατί μου λες τόση ώρα ότι δεν ζαλίστηκες;
Εν αρχή εποίησηε ο Θεός τον Αδάμ και του είπε «Κατέβα στην κοιλάδα» -«Τι είναι  κοιλάδα ;» ρώτησε ο Αδάμ και ο Θεός του εξήγησε -«Ανέβα στο βουνό που είναι στο τέλος της κοιλάδας» του είπε ο Θεός -«Τι είναι βουνό;» ρώτησε ο Αδάμ και ο Θεός του εξήγησε -«Εκεί θα βρεις μια σπηλιά» του είπε ο Θεός -«Τι είναι  σπηλιά ;» ρώτησε ο Αδάμ και ο Θεός του εξήγησε -«Μέσα στη σπηλιά υπάρχει μιά γυναίκα» του είπε ο Θεός -«Τι είναι  γυναίκα ;» ρώτησε ο Αδάμ και ο Θεός του εξήγησε (μέσες-άκρες) -«Αυξάνεσθε και πληθύνεστε» του είπε ο Θεός -«Τι είναι  Αυξάνεσθε και πληθύνεστε ;» ρώτησε ο Αδάμ και ο Θεός του εξήγησε Ξεκίνησε λοιπόν ο Αδάμ, κατέβηκε την κοιλάδα, ανέβηκε στο βουνό, βρήκε τη σπηλιά, μπήκε στη σπηλιά, βρήκε τη γυναίκα, και μετά από 15 λεπτά βγήκε από τη σπηλιά, κατέβηκε το βουνό, διέσχισε την κοιλάδα και πλησίασε τον Κύριο και τον ρώτησε:
- «Τι είναι  πονοκέφαλο «
Ήταν μια φορά  ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα και κάνανε σκέψεις για το μέλλον. Λέει λοιπόν η Αννι: – Ξύπνησα το πρωί πήρα πρωινό και πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου στο γραφείο μας στον Καναδά και έλειπε. Την πήρα στην Ελβετία και έλειπε. Μάλλον ήταν στο Σικάγο. Μπράβο, λέει η κυρία. Για πες μας εσύ Νικ. Εγώ κυρία πήγα στο γκαράζ και είδα ότι η Lotus έλειπε. Έλειπε και η Ferrari. Μάλλον οι γονείς μου έφυγαν με την Porsche. Μπράβο Νικ λέει η κυρία. Είπαν όλοι, λέει η Κυρία και στον Βαγγέλη, για πες μας και εσύ. Tι να πω εγώ κυρία εγώ φτωχός είμαι! – όχι πες μας – Εντάξει, λέει ο Βαγγέλης, θα σας πώ: – Εγώ κυρία πήγα στο κοτέτσι και η γιαγιά έλειπε, πήγα στο χωράφι και η γιαγιά έλειπε. Πήγα στη στάνη και ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά να κατεβαίνει από το βουνό με μια εφημερίδα στη μασχάλη της αλλά η γιαγιά μου δεν ξέρει γράμματα μάλλον είχε πάει για χέσιμο!