φρέσκα ανέκδοτα

Πεθαίνει κάποιος και πάει στον παράδεισο. Πρώτη μέρα, βγήκε να κατατοπιστεί.
Ρωτάει κάποιον παλιό εκεί, πώς είναι τα πράγματα;
- Όσο είσαι νέος σε πήζουν λίγο στην αγγαρεία, αλλά όταν παλιώσεις είναι όλα Μια χαρά.
Πράγματι λοιπόν, αφού είχε εγκατασταθεί και είχαν περάσει κάποιες ώρες, Ακούγεται από τα μεγάφωνα:
- Όλοι οι νέοι να συγκεντρωθούν για αναφορά.
Πάει κι αυτός λοιπόν, τους μαζεύουν όλους και τους βάζουν να κουβαλάνε Σίδερα. Μπετόβεργες με τον τόνο, τα είδε όλα κωλυόμενα.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Την παραάλλη, μετά την πρωινή αναφορά, από όπου Φυσικά οι παλιοί ήταν κωλυόμενοι, τους πήγαν να κουβαλάνε ξύλα. Μαδέρια, Τάβλες. Αλλο πακέτο εκεί.
Την επόμενη πάλι τα ίδια.
- Όλοι οι νέοι να μαζευτούν για να κουβαλήσουν τσιμέντο.
Τσουβάλια ατελείωτα, είχε αρχίσει να πήζει, κόντευε μια βδομάδα και είχε Σκιστεί να δουλεύει. Βρίσκει τον άγγελο επικεφαλής του project:
- Τι πράγματα είναι αυτά, καλύτερα να ήμουν στην κόλαση.
- Μην ανησυχείς, αυτή είναι η διαβολοβδομάδα σου, μετά δεν θα κάνεις τίποτα.
Πράγματι, μόλις τελείωσε η εβδομάδα τον άφησαν ήσυχο, ούτε σίδερα, ούτε Τσιμέντα, είχαν έρθει πιο νέοι. Το βραδάκι λοιπόν, όπως καθόταν σε ένα Συννεφάκι και απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα, βλέπει σε ένα σπίτι (με τις νέες Ικανότητες που είχε μόλις αποκτήσει) κάποιον ετοιμοθάνατο. Είχαν μαζευτεί Γύρω συγγενείς κι αυτός σιγά-σιγά εγκατέλειπε τα εγκόσμια. Βάζει λοιπόν τα Φτερά του και κατεβαίνει γρήγορα στο σπίτι και του ψιθυρίζει στο αυτί:
- Πού πάς ρε κακομοίρη, απόψε θα ρίξουνε την πλάκα...
Περπατούσε μια μέρα ο Πάπας της Ρώμης, που κατόρθωσε να ξεφύγει για λίγο από τα καθήκοντά του, στο δρόμο, μέχρι που περνάει έξω από μια αντιπροσωπία με λιμουζίνες και σκέφτεται να μπει μέσα.
Καθώς κοίταζε δεξιά και αριστερά, έρχεται ένας πωλητής και το ρωτά:
- "Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;"
- "Μια ζωή είμαι στο πίσω κάθισμα και μέχρι σήμερα αναρωτιέμαι πως είναι να οδηγεί κανείς μια λιμουζίνα. θα μπορούσα μήπως να το πάρω για μια βόλτα;", του απαντάει ο Πάπας.
- "Φυσικά", του απαντάει ο πωλητής, οπότε ο Πάπας μπαίνει μέσα, βάζει μπροστά και φεύγει.
Στο δρόμο όμως έτρεχε και τον σταματά ένας τροχονόμος. Κατεβάζει το παράθυρο ο πάπας και του λέει:
"Δεν γίνεται παιδί μου να κάνουμε τίποτα για να μην δημιουργηθεί καμιά ιστορία;"
- "Θα δω τι μπορώ να κάνω", του απαντά ο τροχονόμος και πάει πίσω στο αυτοκίνητό του.
Παίρνει πίσω στο κέντρο και μιλα στον ιδιο τον αρχηγο της τροχαίας.
- "Αρχηγε ", του λέει "έχω κάποιον μεγάλο εδώ, μπορούμε να κάνουμε τιποτα;"
- "Ποιος είναι;", τον ρωτά ο αρχηγός, "ο δήμαρχος;"
- "Μπα... πιο μεγάλος είναι σίγουρα", του απαντάει αυτός.
- "Ποιος είναι", τον ρωτά ξανά, "κανένας υπουργός;"
- "Μπα... πιο μεγάλος είναι" του απαντά ξανά ο τροχονόμος.
- "Μα ποιος είναι επιτέλους;", τον ρωτά ξανά ο αρχηγός.
- "Δεν ξέρω ποιος είναι", του λέει ο τροχονόμος, "αλλά έχει τον Πάπα για σοφέρ!"
Ήταν ένας πάρα πολύ ψεύτης και ως συνήθως ήταν με την παρέα του στην καφετέρια και τους έλεγε ψεύτικες ιστορίες. Αρχίζει και τους λέει:
- Εγώ που λέτε είμαι πολύ μεγάλος κυνηγός. Μια μέρα ήμουν με το όπλο στο δάσος και τι βλέπω;
- Τι βλέπεις; Του λεν οι φίλοι του.
- Ένα τεράστιο ελάφι στα 100 μέτρα. Του ρίχνω μία και το πετυχαίνω αμέσως. Πλησιάζω αλλά ήταν τόσο μεγάλο που δεν μπορούσα να το κουβαλήσω, γι αυτό κόβω το ένα μπούτι, το βάζω στον ώμο και συνεχίζω. Προχωράω και μετά από λίγο τι βλέπω;
- Τι βλέπεις; Τον ρωτούν οι άλλοι.
- Ένα άλλο ελάφι στα 200 μέτρα. Του ρίχνω μία και αμέσως το σκοτώνω. Πλησιάζω, αλλά επειδή ήταν μεγαλύτερο από το προηγούμενο, κόβω ένα μπούτι και το βάζω στον άλλο ώμο.
Εκείνη τη στιγμή χτυπά το τηλέφωνο και ζητάνε τον ψεύτη. Αυτός λέει στην παρέα του πως δε θα αργήσει και πάει στο τηλέφωνο. Μιλάει γύρω στη μισή ώρα και επιστρέφει στην παρέα του.
- Πού είχαμε μείνει; Τους λέει.
- Εκεί που είχες τα μπούτια πάνω στους ώμους.
- Α ναι! Και της έριξα μετά έναν Π... Ο!
Μπαίνει ένας κλέφτης νύχτα σε ένα σπίτι. Αρχίζει με τον φακό να ψάχνει κάτι πολύτιμο. Ξαφνικά ακούει μια φωνή:
- Ο Ιησούς σε προσέχει!
Ταραγμένος ψάχνει με τον φακό γύρω του αλλά δεν βλέπει τίποτα. Η φωνή όμως επιμένει:
- Ο Ιησούς σε προσέχει!
Ψάχνει πάλι και εντοπίζει έναν παπαγάλο.
- Α, ώστε εσύ ήσουνα που μίλαγες και με λαχτάρισες, ε;
- Ναι, του λέει ο παπαγάλος.
- Και πώς σε λένε εσένα φτερωτέ μου φίλε;
- Όμηρο.
- Όμηρο; Περίεργο όνομα για παπαγάλο!
- Γιατί το Ιησούς δεν είναι περίεργο όνομα για ντόπερμαν;
Δυο ηλικιωμένοι κύριοι συζητάνε γύρω από τα διάφορα προβλήματα υγείας που τους απασχολούν. Λέει ο ένας:
- Εγώ βρε Γιώργη, ξεχνάω. Η μνήμη μου έχει αδυνατίσει πάρα πολύ και δε ξέρω τί να κάνω...
- Α, εγώ παίρνω ένα φάρμακο σε σταγόνες και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Λέει ο άλλος.
Γεμάτος περιέργεια ο πρώτος ρωτάει:
- Και ποιο είναι το φάρμακο αυτό και πώς το λένε;
- Στάσου γιατί έχει ένα ξενικό όνομα και μου διαφεύγει... Για θύμισε μου εκείνο το μεγάλο πόλεμο...
- Το Β Παγκόσμιο Πόλεμο λες; προσπαθεί να τον βοηθήσει ο φίλος του -Όχι ρε συ, ένα άλλο μεγάλο πόλεμο...
- Ποιον βρε Γιώργη μου; Τον πρώτο παγκόσμιο μην εννοείς;
- Όχι βρε αδελφέ... Πιο παλιά!
- Α! Θα λες για τους Βαλκανικούς Πολέμους...
- Μπα, όχι! επιμένει ο Γιώργης... Για πιο παλιά σου λέω... Αυτός ο πόλεμος έγινε στην αρχαιότητα.
Η περιέργεια του φίλου του Γιώργη είχε μεγαλώσει και συνεχίζει τη προσπάθεια να βοηθήσει τη μνήμη του φίλου του.
- Α... Θα λες για το Πελοποννησιακό Πόλεμο, βρε αδελφέ...
- Μα τί λες τώρα; πιο παλιά σου λέω -Εμ μα τότε θα εννοείς τον Τρωικό Πόλεμο.
- Μπράβο, αυτόν εννοώ το βρήκες! Αυτός ο πόλεμος είχε μια αφορμή... Κάποια ωραία γυναίκα!
Ο άλλος τώρα αναφωνεί με ενθουσιασμό:
- Την Ωραία Ελένη ... Γιώργη μου.
- Αυτήν βρε αδελφέ έψαχνα από την αρχή, γιατί έχει το ίδιο όνομα με τη γυναίκα μου Και αμέσως φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
- ΕΛΕΝΗΗΗΗΗΗΗ! Πώς το λένε εκείνο το εκπληκτικό φάρμακο που ενισχύει τη μνήμη;
Λέει η δασκάλα στα παιδιά:
- Παιδιά, αύριο, όπως θα έρχεστε από το σπίτι σας στο σχολείο, θα παρατηρήσετε τα κτίρια που υπάρχουν, θα διαλέξετε ένα και αύριο θα μας το πείτε!
Περνάει η μέρα, και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο. Τους λέει λοιπόν η δασκάλα:
- Καλημέρα παιδιά. Είδατε τα κτίρια;
Τα παιδιά:
- Μάλιστα κυρία!
- Ελενίτσα, εσένα ποιο κτίριο σου άρεσε πιο πολύ;
- Εμένα, μου άρεσε ένα κτίριο μεσαιωνικού ρυθμού, και μου είπε ο πατέρας μου, ότι εκεί στεγάζεται το μουσείο της φυσικής ιστορίας!
- Μπράβο Ελενίτσα! Εσένα Δημητράκη;
- Εμένα μου άρεσε ένα γυάλινο κτήριο, και μου είπε ο πατέρας μου, ότι εκεί στεγάζεται το μουσείο μοντέρνας τέχνης!
Αφού ρώτησε, όλα τα παιδιά, έφτασε και η σειρά του Μπόμπου. Τρομαγμένη η δασκάλα, μήπως και πει καμιά βρισιά ο Μπόμπος, λέει διστακτικά:
- Εσένα Μπόμπο, πιο κτίριο σου άρεσε πιο πολύ;
- Εγώ κυρία, λέει ο Μπόμπος, όπως ερχόμουν, είδα ένα λάκο... Ίσα με 10 πατώματα βαθύ! Δεν ήξερα τι είναι, και ρώτησα τον πατέρα μου! Εκείνος, μου είπε πως εκεί θα γίνει, το μεγαλύτερο μπουρδέλο της πόλης!
Φανερά εκνευρισμένα όλα τα κοριτσάκια, πάνε να φύγουν τρέχοντας. Τότε, γυρνάει και τους λέει ο Μπόμπος:
- Πού πάτε ρε πο... Σ; Ακόμα στα μπετά είναι!
Μια λευκή φοιτήτρια κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Αφρική ερωτεύεται ένα μαύρο ιθαγενή και τον παίρνει μαζί της στην Αμερική. Μετά απο λίγο καιρό τον καλεί σπίτι της σαν υποψήφιο γαμπρό να τον γνωρίσει στους γονείς της.
Ο πατέρας της θέλοντας να τον αποφύγει του λέει:
- Θα σου δώσω τη κόρη μου αν μου κάνεις 3 πράγματα που θα σου ζητήσω.
Ο μαύρος που αγαπούσε τρελά τη κοπέλα συμφώνησε. Λοιπόν του λέει ο μέλλων πεθερός το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να μου φέρεις σκοτωμένο το τεράστιο λιοντάρι που ζει στη χώρα σου, σκεπτόμενος ότι ο μαύρος στην προσπάθεια του να το σκοτώσει ίσως να πέθαινε.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει λιοντάρι.
Αφού έφυγε για μερικές μέρες γύρισε πίσω με το τομάρι του λιονταριού. Ο πεθερός τότε αφού είδε ότι ο μαύρος ήταν αποφασισμένος σκέφτηκε για δεύτερη χάρη να του ζητήσει κάτι πιο δύσκολο. Tου είπε να πάει στα βάθη της Ινδίας και να του φέρει το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει ρουμπίνι.
Αφού εξαφανίζεται πάλι, επιστρέφει μετά από μερικές μέρες με ένα ρουμπίνι σαν αυγό στρουθοκαμήλου. Δεύτερη αναπάντεχη έκπληξη για τον πεθερό που κάθεται και σκέφτεται πολύ σοβαρά τη τρίτη και τελευταία χάρη που θα ζητήσει απο το μαύρο για να τον ξεφορτωθεί.
Αφού λοιπόν σκέφθηκε πολύ του λέει:
- Αν θέλεις τη κόρη μου πρέπει η ψωλή σου να είναι ένα μέτρο, σκεφτόμενος προφανώς ότι ήταν αδύνατο ο μαύρος να την είχε ένα μέτρο.
Όταν ο μαύρος γαμπρός άκουσε αυτό που του ζητούσε ο μέλλων πεθερός του έπεσε σε βαθύ συλλογισμό. Ο πεθερός τότε καταχάρηκε.
Επιτέλους τον ξεφορτώθηκα τον αράπη σκέφθηκε, δεν πρόλαβε όμως να χαρεί γιατί ο μαύρος μετά από πολύ σκέψη του είπε:
- Ιγκό αγκαπώ πολύ κόρη σου για χάρη της κόψει μισό μέτρο!