φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν κάποτε ένας νταλικέρης που η γυναίκα του τον απατούσε με έναν γύφτο τον οποίο τον έλεγαν ΜΟΥΝΟΤΡΙΧΑ. Ο νταλικέρης όμως το κατάλαβε και αποφάσισε να μάθει με ποιον.
Της λέει λοιπόν ότι πρέπει να πάει ένα ταξίδι πολύ μακριά και ότι θα κάνει πολλές μέρες να επιστρέψει. Αν όμως επιστρέψει και την πιάσει να τον κερατώνει θα της βγάλει της μουνότριχες μια μια.
Η γυναίκα λοιπόν μόλις έφυγε ο νταλικέρης παίρνει τηλέφωνο το γύφτο (ο γύφτος όμως όταν του ζητούσες κάτι να σου κάνει ζητούσε πάντα για αντάλλαγμα πεντοχίλιαρο)
- Έλα Μουνότριχα έφυγε ο άντρας μου, λέει η γυναίκα.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο; λέει ο γύφτος.
Πηγαίνει εκεί ο γύφτος και του λέει η γυναίκα.
- Αντε ξεντύσου.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και του ξαναλέει.
- Αντε ξεκίνα!
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και αρχίζουν
Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα και λέει η γυναίκα στον Μουνότριχα.
- Μουνότριχα κρύψου ο άντρας μου.
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Του δίνει το πεντοχίλιαρο και κρύβετε κάτω από το κρεβάτι.
Μπαίνει ο νταλικέρης μέσα βλέπει γυμνή την γυναίκα του και το κατάλαβε και αρχίζει να της βγάζει τις μουνόρτιχες μια μια στο τέλος έμεινε μία που δεν έβγαινε και φωνάζει δυνατά ο νταλικέρης.
- Βγες μαύρη μουνότριχα!
Και ο γύφτος λέει:
- Θα μου δώσεις ένα πεντοχίλιαρο;
Μια νεκροφόρα μετέφερε μόνη της ένα φέρετρο στο νεκροταφείο. Καθώς ήταν σε μια ανηφόρα, ήταν και χωματόδρομος, ανοίγει απο τα πολλά τραντάγματα η πόρτα χωρίς να καταλάβει τίποτα ο οδηγός (ήταν μεθυσμένος βλέπετε).
Το φέρετρο βγαίνει έξω και αρχίζει να κυλάει στην κατηφόρα. Καθώς κύλαγε, σε μια στιγμή σπάει και αρχίζει να κυλάει ο νεκρός από μόνος του. Καθώς κυλούσε χτυπά και σταματά πάνω σε έναν θάμνο.
Βλέπει ένας κυνηγός το θάμνο να κουνιέται, το περνά για λαγό και το γαζώνει στις σφαίρες. Βλέπει ότι είναι άνθρωπος και πανικοβάλλεται. Μην ξέροντας τι να κάνει το πετάει στην μέση της εθνικής οδού.
Μετά από λίγο το βλέπει ένας οδηγός, πατάει τελευταία στιγμή το φρένο αλλά έτρεχε πολύ, δεν προλαβαίνει να σταματήσει και το πατάει.
Πανικόβλητος το παίρνει και το πετάει στην θάλασσα. Το κύμα το πηγαίνει στα ανοιχτά, περνάει ένα σκάφος και το κόβει στα δύο. Πιο ψύχραιμος ο οδηγός του σκάφους παίρνει τα δύο κομμάτια και τα πηγαίνει σ ένα νοσοκομείο.
Τα κομμάτια τα παίρνει ένας ειδικός για αυτές τις περιπτώσεις χειρούργος και το βάζει κατευθείαν για εγχείρηση. Ο οδηγός του σκάφους κάθεται και περιμένει απ έξω γεμάτος αγωνία.
Μετά από πέντε ώρες συνεχούς εγχείρησης βγαίνει ο χειρούργος και του λέει:
- Λυπάμαι πολύ. Εάν τον είχατε φέρει πριν ... 5 λεπτά θα τον είχαμε σώσει!