Ήταν κάποτε ένας καντηλανάφτης που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία. Μια μέρα όμως, ο παπάς τον έπιασε να κλέβει καντήλια κρυφά. Μετά από λίγη ώρα τον ρωτά: - Τέκνον μου, θέλεις να μου πεις κάτι; - Όχι, απαντά ο καντηλανάφτης. - Ποιος κλέβει τα καντήλια της Εκκλησίες; ρωτά πάλι ο παπάς. - Από εδώ που στέκομαι δεν ακούγεται τιποτα, πάτερ. Έλα εσύ εδώ που στέκομαι εγώ, για να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι. Μόλις αλλάχτηκαν οι θέσεις, λέει ο καντηλανάφτης: - Ποιος πηδάει τη γυναίκα του καντηλανάφτη; Και έπειτα ο παπάς: - Δίκιο έχεις, τέκνον μου, πραγματικά δεν ακούγεται!
Ήταν κάποτε ένας καντηλανάφτης που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία.
Μια μέρα όμως, ο παπάς τον έπιασε να κλέβει καντήλια κρυφά. Μετά από λίγη ώρα τον ρωτά:
- Τέκνον μου, θέλεις να μου πεις κάτι;
- Όχι, απαντά ο καντηλανάφτης.
- Ποιος κλέβει τα καντήλια της Εκκλησίες; ρωτά πάλι ο παπάς.
- Από εδώ που στέκομαι δεν ακούγεται τιποτα, πάτερ. Έλα εσύ εδώ που στέκομαι εγώ, για να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι.
Μόλις αλλάχτηκαν οι θέσεις, λέει ο καντηλανάφτης:
- Ποιος πηδάει τη γυναίκα του καντηλανάφτη;
Και έπειτα ο παπάς:
- Δίκιο έχεις, τέκνον μου, πραγματικά δεν ακούγεται!