Σε ένα χωριό στην δύση, μπαίνει ένας καουμπόη σε ένα μπαρ, και λέει στον μπάρμαν: - Βλέπεις αυτόν με τον το μαύρο καπέλο; - Όλοι φοράνε μαύρα καπέλα! του απαντάει και ο μπάρμαν. - Αυτόν με το μαύρο σακάκι; τον ρωτάει ξανά. - Όλοι φοράνε μαύρα σακάκια! του απαντάει και αυτός πίσω. - Αυτόν με αξύριστο ύφος δεν τον βλέπεις; ξαναρωτάει σαστισμένος. - Εσύ βλέπεις κανέναν που να είναι ξυρισμένος; ξαναλέει ο μπάρμαν. Τότε ο καουμπόη σηκώνει ξαφνικά το όπλο και αρχίζει να πυροβολεί έναν-έναν, μέχρι που απέμεινε μόνο ένας, και τότε ξαναρωτάει... - Τώρα τον βλέπεις; - Τον βλέπω! απαντάει φοβισμένος ο μπάρμαν. - Απλά ήθελα να σου πω ότι αυτόν τον τύπο θα τον σκοτώσω!
Σε ένα χωριό στην δύση, μπαίνει ένας καουμπόη σε ένα μπαρ, και λέει στον μπάρμαν:
- Βλέπεις αυτόν με τον το μαύρο καπέλο;
- Όλοι φοράνε μαύρα καπέλα! του απαντάει και ο μπάρμαν.
- Αυτόν με το μαύρο σακάκι; τον ρωτάει ξανά.
- Όλοι φοράνε μαύρα σακάκια! του απαντάει και αυτός πίσω.
- Αυτόν με αξύριστο ύφος δεν τον βλέπεις; ξαναρωτάει σαστισμένος.
- Εσύ βλέπεις κανέναν που να είναι ξυρισμένος; ξαναλέει ο μπάρμαν.
Τότε ο καουμπόη σηκώνει ξαφνικά το όπλο και αρχίζει να πυροβολεί έναν-έναν, μέχρι που απέμεινε μόνο ένας, και τότε ξαναρωτάει...
- Τώρα τον βλέπεις;
- Τον βλέπω! απαντάει φοβισμένος ο μπάρμαν.
- Απλά ήθελα να σου πω ότι αυτόν τον τύπο θα τον σκοτώσω!