Skip to main content
Ο Γιώργος, 84 ετών, και η Μαίρη, 79, είναι κατενθουσιασμένοι με την απόφασή τους να παντρευτούν!
Περπατάνε χαρούμενοι στο δρόμο και κάνουν τα σχέδια για το γάμο τους.
Καθώς βαδίζουν, συναντάντε ένα φαρμακείο και μπαίνουν μέσα.
"Είστε ο ιδιοκτήτης?" ρωτάει ο Γιώργος
"Μάλιστα", λέει ο φαρμακοποιός.
"Έχετε φάρμακα για την καρδιά?"
"Φυσικά", απαντάει ο φαρμακοποιός.
"Φάρμακα για το κυκλοφοριακό?"
"Φυσικά, κύριε"
"Φάρμακα για τους ρευματισμούς"
"Βεβαίως"
"Και Βιάγκρα? Έχετε?"
"Μα και βέβαια έχουμε"
"Φάρμακα για τη μνήμη?"
"Οτιδήποτε σχετικό κυκλοφορεί υπάρχει, κύριε"
"Βιταμίνες? Υπνωτικά?"
"Ναι, βέβαια, έχουμε!"
Και ο Γιώργος:
"Τέλεια! Θα θέλαμε να προτείνουμε το κατάστημά σας για τη λίστα δώρων στο
Γάμο μας!"
Είναι περασμένα μεσάνυχτα, κάπου κοντά στις 1, όπου σε ένα διανυκτερεύον φαρμακείο, ο ιδιοκτήτης κάθεται στον πάγκο και περιμένει μπας και εμφανιστεί πελάτης. Σε κάποια στιγμή όμως, η νύστα τον καταβάλλει.. και έτσι όπως γέρνει πάνω στην ταμειακή τον ψιλοπαίρνει..
Κατά τις 2 η ώρα, ακούγεται ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Ο ιδιοκτήτης του φαρμακείου πετάγεται από τον γλυκό του ύπνο, και βλέπει έξω από την πόρτα έναν σκυφτούλη τύπο να του κάνει νόημα. Πηγαίνει μέχρι την πόρτα και ανοίγει.
- Τι θα θέλατε παρακαλώ.. λέει νυσταγμένος ο φαρμακοποιός...
- Μήπως έχετε μελάνι; ρωτάει ο σκυφτούλης τύπος με φωνή σπαστικού..
- Όχι κύριέ μου.. εδώ δεν είναι βιβλιοπωλείο.. δεν έχουμε μελάνι, λέει ο φαρμακοποιός και του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα..
Συγχυσμένος ο φαρμακοποιός επιστρέφει στον πάγκο, και πριν περάσει πεντάλεπτο τον ξαναπαίρνει ο ύπνος. Κατά τις 3 ξαναχτυπάει δυνατά η πόρτα. Πετάγεται απότομα ο φαρμακοποιός, κοιτάει στην πόρτα και βλέπει πάλι τον ίδιο σκυφτούλη τύπο να του κάνει νόημα. Πηγαίνει και ανοίγει ξανά την πόρτα...
- Τι θέλεις τώρα ρε μεγάλε;.. του λέει χασμουριόντας...
- Εεε.. μήπως έχετε μελάνι;
- Όχι ρε μαλάκα.. σου είπα ότι δεν έχουμε μελάνι, και του κλείνει την πόρτα με δύναμη.
Ο φαρμακοποιός κατεβάζοντας καντήλια και πολυελαίους, επιστρέφει στην θέση του στον πάγκο και σαν την ωραία κοιμωμένη εισβάλλει ξανά στον κόσμο των ονείρων.. Κατά τις 4, για μια ακόμα φορά χτυπάει η πόρτα.. ξυπνάει απότομα ο φαρμακοποιός και κοιτάει έξω.. Και πάλι ο σκυφτούλης τύπος του κάνει νόημα να βγει έξω..
"Ααα.. αυτή τη φορά θα τα ακούσει", λέει φανερά τσαντισμένος ο φαρμακοποιός. Τρέχει λοιπόν γρήγορα στην πόρτα, την ανοίγει απότομα και πριν προλάβει να κατεβάσει τα 12 ευαγγέλια στον τύπο, ο σκυφτούλης του δίνει ένα κιβώτιο και του λέει..
- Σας έφερα μελάνι για να έχετε..
Χαλασμένο είναιΒράδυ στο καφενείο του χωριού, και ο καφετζής δεν προλαβαίνει να κουβαλάει τα τσίπουρα. Ο ένας της παρέας, ο Παναγής που έχει έρθει από το διπλανό χωριό, έχει μαζί και τον γιό του, ένα μπόμπιρα 4ων χρονών. Μπαίνει κάποιος στο καφενείο και ρίχνει "σύρμα":
- Μάγκες, μπροστά στο μύλο του Γιωργή οι μπάτσοι κάνουν αλκοτέστ.
Ο Παναγής τον κοιτάζει λοξά:
- Και κολώνεις ρε μάγκα; Χαλασμένο είναι το μηχάνημα. Μάστορα, δυό τσίπουρα!
- Χαλασμένο; Πού το ξέρεις ρε Παναγή;
- Aκου που σου λέω, λάθος δείχνει.
Έρχονται τα δυό τσίπουρα, πίνει το ένα ο Παναγής, δίνει το άλλο στο γιό του.
- Ρε Παναγή, όχι τσίπουρο στο μωρό ρε!
- Μη φοβάσαι ρε! Ξέρει το παιδί!
Μετά από λίγο...
- Μάστορα, άλλα δύο τσίπουρα!
Τραβάει το ένα ο Παναγής, δίνει το άλλο στο μπόμπιρα. Μετά από λίγο...
- Μάστορα, πιάσε άλλα δυό!
Ένα ο Παναγής, ένα ο μπόμπιρας... Κάποτε σηκώθηκε ο Παναγής, μπήκε στο αγροτικό με το γιό του και τράβηξε για το χωριό του. Στο μύλο του Γιωργή τον σταματάνε οι αμείλικτοι φρουροί του νόμου.
- Καλώς τον Παναγή. Τί ήπιαμε σήμερα;
- Τίποτε δεν ήπιαμε, λέει ήσυχα ο Παναγής.
- Για φύσα στη φούσκα να δούμε, λέει το όργανο της Τροχαίας.
Φυσάει ο Παναγής, ντανγκ η βελόνα στο κόκκινο.
- Δεν μπορεί, λέει ο Παναγής, χαλασμένο θα ναι!
- Χαλασμένο; Για ξαναφύσα...
Ξανά στο κόκκινο η βελόνα...
- Παναγή, άδεια, δίπλωμα, ασφάλεια, ΚΤΕΟ, πυροσβεστήρα, φαρμακείο...
- Για βάστα ρε μάστορα... λέει ο Παναγής. Για βάλε το μωρό να φυσήξει...
Φυσάει ο μπόμπιρας, ντανγκ η βελόνα ξανά στο κόκκινο.
- Βλέπεις; Χαλασμένο είναι... άντε καληνύχτα κύριε Τροχονόμε...
Κάποιος απ το χωριό πάει στη πόλη, να τον δει ο γιατρός, γιατί του πόναγε το μπράτσο. Τον εξέτασε ο γιατρός και του γράφει μια συνταγή.
- Μ αυτό θα τρίβεσαι τρεις φορές την ημέρα, του λέει.
Παίρνει ο χωριάτης τη συνταγή, πληρώνει και φεύγει.
Σε κάνα-δυο μήνες ξαναπάει στο γιατρό, βγάζει απ την τσέπη του τη συνταγή, του την πετάει στα μούτρα και του λέει:
- Πάρ την πίσω και δώσε μου τα λεφτά μου. Δεν κάνει τίποτα! Δυο μήνες τρίβομαι με δαύτο, κοντεύει να λειώσει και το μπράτσο μου ακόμη πονάει.
Τι είχε συμβεί; Μα, δεν πέρασε απ το φαρμακείο, για τη εκτέλεση της συνταγής, αλλά τριβότανε με το ... χαρτί.