Αναπηρική...
Αποφασίζει κάποτε ο Χριστός να κατέβει στη γη, να δεί πώς είναι τα πράγματα κάτω.
Μπάινει σε ένα μπαρ, κάθεται και δίπλα του κάθονται και τα πίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Ο Χριστός δεν πίνει τίποτα. Μετά από λίγο, τον κοιτάει ο Γερμανός, και λέει στον μπάρμαν:
- Δώσε μια μπύρα από μένα στο παιδί που κάθεται εκεί, κρίμα είναι και φαίνεται να διψάει.
Δίνει λοιπόν ο μπάρμαν μια μπύρα στον Χριστό και την πίνει.
Μετά από λίγο, κοιτάει τον Χριστό ο Γάλλος, φωνάζει τον μπάρμαν και του λέει:
- Δώσε ένα μπουκάλι κρασί στο παιδί εκεί, κρίμα είναι να κάθεται έτσι μόνος του και να μην πίνει τίποτα. Εγώ κερνάω.
Πάει λοιπόν ο μπάρμαν στον Χριστό το μπουκάλι το κρασί κι αυτός το πίνει. Δεν περνάει λίγη ώρα, φωνάζει κι ο Έλληνας τον μπάρμαν και του λέει:
- Κέρνα από μένα το παιδί που κάθεται εκεί, ένα καραφάκι ούζο και πήγαινέ του κι ένα περηποιημένο μεζέ, γιατί σαν να φαίνεται πεινασμένος.
Πηγαίνει λοιπόν την παραγγελία ο μπάρμαν στον Χριστό. Κάποια στιγμή σηκώνεται ο Χριστός πλησιάζει τον Γερμανό, τον ακουμπάει στον ώμο. Τινάζεται τότε εκείνος και γεμάτος έκπληξη του λέει:
- Χριστέ μου, εσύ είσαι!
- Πώς με κατάλαβες; απορεί ο Χριστός.
- Αφού μόλις με ακούμπησες, μου πέρασαν τα αρθριτικά μου.
Πλησιάζει τότε ο Χριστός τον Γάλλο και καθώς τον ακουμπάει στον ώμο, αυτός τινάζεται, τον κοιτάζει και του λέει:
- Χριστέ μου, είσαι στα αλήθεια εσύ!
- Μα καλά πώς με αναγνώρισες; Απορεί ο Χριστός.
- Μόλις με άγγιξες, μου πέρασε το άσθμα που με ταλαιπωρούσε χρόνια!
Πλησιάζει τέλος ο Χριστός και τον Έλληνα. Πάει να τον ακουμπήσει, τραβιέται ο Έλληνας.
- Μα καλά τί έπαθες; ρωτά ο Χριστός.
- Χριστέ μου, του λέει ο Έλληνας, χαίρομαι πολύ που σε βλέπω μπροστά μου, αλλά χειρονομίες από σένα δεν θέλω... Είδα κι έπαθα να βγάλω την αναπηρική σύνταξη!
Κλασσικά πέφτουν στη ζούγκλα (όχι του Μάκη) ο Γερμανός, ο Ιταλός, ο Ρώσος και η Ελληνάρα.
Τους πιάνουν οι Μάο Μάο και τους λένε ότι για να τους αφήσουν θα πρέπει να προφυλαχθούν με ότι βρουν μπροστά τους σε κάθε επίθεση που θα τους κάνουν. Αν σωθεί ένας κρατούμενος θα σωθούν και οι άλλοι. Πάει πρώτος ο Ιταλός. Ζητάει μια μεγάλη βάρκα αμπαρώνεται από κάτω και αρχίζουν οι Μάο να χτυπούν τη βάρκα, κλωτσιές, μπουνιές κλπ, σε μία ώρα τέζα ο Ιταλός. Σειρά του Γερμανού. Ζητάει ένα τεράστιο κορμό δέντρου. Mπαίνει μέσα τα ίδια οι Μάο. Χτυπούν τον κορμό, σπάει και βλέπει ο Γερμανός τα ραδίκια ανάποδα. Πάει και ο Ιβάν ο Ρώσος (δυο μέτρα γομάρι) και λέει:
- Εγώ θα πολεμήσω χωρίς καμιά προφύλαξη! Ξεκινούν οι Μάο αλλά μετά από ώρες σταματούν χωρίς να έχουν κάνει τίποτα στο Ρώσο. Έτσι διατάζει ο αρχηγός να αφεθούν ελεύθεροι οι όμηροι. Πετάγεται όμως η Ελληνάρα και κραυγάζει:
- Όχι όχι εγώ θέλω να σας αντιμετωπίσω. Οι Μάο τρελαίνονται. Τρελός είναι σου λέει. Ρε χρυσέ μου, ρε καλέ μου φύγε. Τίποτα ανένδοτος η Ελληνάρα. Με τα πολλά τον στήνουν απέναντι τους και του λένε:
- Και τώρα τι θα βάλεις για προφύλαξη;- Τον Ρώσο!
Tρεις φίλοι, ένας Γερμανός, ένας Iταλός και ένας Πόντιος, δουλεύουνε σε ένα εργοστάσιο.
Kάθε μεσημέρι στο διάλειμμα, ανοίγει καθένας το μπόγο του και τρώνε το φαγητό τους, το οποίο δυστυχώς, είναι κάθε μέρα το ίδιο! Mια μέρα, εξαντλημένοι από τη δουλειά, κάθονται να φάνε και λέει ο Γερμανός πριν να ανοίξει το μπόγο του:
- Έτσι και είναι πάλι λουκάνικα και εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει! Aνοίγει τον μπόγο αργά, μέσα βρίσκει τι άλλο λουκάνικα, οπότε παίρνει φόρα και πηδάει από τον πέμπτο όροφο στο κενό! O Iταλός κοιτάζει πρώτα τον Γερμανό να πέφτει, κοιτάει ύστερα τον μπόγο του αποφασισμένος και λέει:
- Aν βρω πάλι μακαρόνια θα ακολουθήσω τον Γερμανό! Tον ανοίγει λοιπόν και φυσικά παίρνει και αυτός το δρόμο που χάραξε ο φίλος του!Tελευταίος ο Πόντιος, εύχεται κοιτάζοντας τον ουρανό να μη βρει πάλι ψωμί με τυρί, αλλά μέσα στον μπόγο βρίσκει πάλι ένα κομμάτι τυρί και μια μεγάλη φέτα ψωμί ξερό. H συνέχεια είναι αναμενόμενη... Tην επόμενη μέρα στην κηδεία οι τρεις χήρες κλαίνε απαρηγόρητες. Λέει πρώτη η Iταλίδα:
- Φτωχοί άνθρωποι είμαστε, μα αν μου είχε πει πως ήθελε κάτι άλλο θα έβρισκα κάτι να του φτιάξω!Λέει η Γερμανίδα:
- Mα εγώ νόμιζα πως του άρεσαν τα λουκάνικα. Aν ήξερα... Λέει και η Πόντια:
- Mα κάθε μέρα μόνος του το έφτιαχνε το φαγητό!
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Ναυαγούν σ ένα ξερονήσι ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Πόντιος. Ως εκ φύσεως πιο οργανωτικός, ο Γερμανός αναλαμβάνει να καταστρώσει ένα σχέδιο για να σωθούν. Προσπαθεί λοιπόν με σπαστά αγγλικά να συνεννοηθεί με τους άλλους.
- First we gather things. I bring water. You, λέει του Γάλλου, food. Ok?
- Ok.
Γυρνάει και στον Πόντιο.
- You supplies. Ok?
- Ok.
- We meet here twelve oclock tomorrow.
Φεύγουν λοιπόν προς διαφορετικές κατευθύνσεις για να βρει ο καθένας ό,τι είχε αναλάβει. Την άλλη μέρα κατά τις 11.30 φτάνει ο Γερμανός στο προσυμφωνημένο σημείο με φλασκιά γεμάτα γλυκό νερό, και ύστερα από 5-10 λεπτά και ο Γάλλος με φρούτα καρπούς και φέτες κρέας. Περιμένουν λοιπόν τον Πόντιο, ο οποίος δεν έχει φανεί, με κάποια ανησυχία. Φτάνει 12 παρά δέκα, παρά 5, παρά 3, πουθενά! Ώσπου στις 12 ακριβώς πετάγεται πίσω από έναν θάμνο με τα χέρια προτεταμένα και φωνάζει:
" Σαπλάιζ!"
Είμαστε σε ένα παγκόσμιο συνέδριο και μιλάει ο Αμερικάνος - Εμείς στο Αμέρικα φτιάξαμε ένα στάδιο του μπάσκετ που χωράει 280,000 άτομα!
΄ (γέλια από κάτω, ψίθυροι "ψέμα", "μαλακίες") Μετά παίρνει το λόγο ο Γερμανός - Εμείς στο Γερμανία φτιάξαμε ένα στάδιο του ποδοσφαίρου που χωράει 450,000 άτομα! (γέλια από κάτω, ψίθυροι "ψέμα", "μαλακίες") Λέει και ο Έλληνας - Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ένα παλικάρι που είναι από την Πάρο και τον έχει τρία μέτρα (Οοοοοο!, "ψέμα", "μαλακία". . ) Παίρνει ξανά το λόγο ο Αμερικάνος - Κοιτάξτε το γήπεδο μπάσκετ που φτιάξαμε χωράει 80.000 άτομα στην πραγματικότητα αλλά και πάλι μεγάλο δεν είναι; Πετάγεται και ο Γερμανός - Κοιτάξτε το γήπεδο ποδοσφαίρου που φτιάξαμε χωράει 150.000 άτομα στην πραγματικότητα αλλά και πάλι μεγάλο δεν είναι; Και λέει και ο Έλληνας - Συγγνώμη κι εγώ μαλακία σας είπα το παλικάρι που τον έχει τρία μέτρα δεν είναι από την Πάρο αλλά από τη Νάξο.
Ένας γεράκος πάει στην εκκλησία και θέλει να εξομολογηθεί.
Λέει:
- Πάτερ, έχω αμαρτήσει!
- Εντάξει .. Τέκνον μου... (Τί "τέκνον"; Τον έκοβε ο παπάς με το μάτι για να του βρεί θέση εκεί όπου κανείς με τα σωστά του δεν θέλει να πάει, αλλά που θα πάμε όλοι μας...)
- Λοιπόν, παπά, το 1943 τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους άκουσα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μου. Δεν φοβόμουνα τους Γερμανούς ούτε τους Γκεσταπίτες γιατί ήμουν μαυραγορίτης. Ανοίγω και τι να δώ! Μιά όμορφη κοπελιά 16-17 χρονών. Μου είπε ότι είναι Εβραία. Μάρτυρας μου ο Θεός την πίστεψα. Την έκρυψα στο μαγαζάκι -πάνω στο πατάρι-, την τάιζα, την πότιζα, την έντυνα, αλλά κάποια στιγμή μπήκε ο πειρασμός και φτάσαμε στα ανεπανόρθωτα.
Και μετά το συνεχίζαμε σχεδόν κάθε βράδυ...
- Εντάξει εντάξει..., λέει και ο παπάς. Αυτά είναι ανθρώπινα! Νέοι και οι δυό σε συνθήκες πολέμου! Και πείνας και στέρησης... Μήν το σκέφτεσαι πια καθόλου!
- Ευχαριστώ πάτερ, αλλά τώρα που γεράσαμε μπορώ να της πω ότι ο πόλεμος τέλειωσε εδώ κι 60 χρόνια;
Συζητούσαν ένας Γερμανός, ένας Αμερικάνος, ένας Γιαπωνέζος και ένας Πόντιος. Σε κάποια στιγμή λέει ο Γερμανός:
- Εμείς στη Γερμανία φτιάξαμε ένα αυτοκίνητο 32 μέτρα.
- Εμείς, λέει ο Αμερικάνος, φτιάξαμε έναν ουρανοξύστη 1800 πατώματα.
- Εμείς, λέει ο Γιαπωνέζος, φτιάξαμε ένα τρένο που πάει με 1200 χλμ/ώρα.
- Εγώ, λέει ο Πόντιος, έχω έναν φίλο από την Κάτω Τούμπα που την έχει 1.5 μέτρο.
- Σιγά ρε φίλε, του λένε οι άλλοι.
- Γιατί, τους λέει ο Πόντιος, αυτά που είπατε εσείς αλήθεια είναι;
- Εντάξει λέει ο Γερμανός, το αμάξι που σας είπα δεν είναι 32 μέτρα, είναι 12.
- Ο ουρανοξύστης που είπα εγώ, δεν έχει 1800 πατώματα αλλά 900, λέει ο Αμερικάνος.
- Και το τρένο που έλεγα εγώ, δεν πάει με 1200 αλλά με 600, λέει ο Γιαπωνέζος.
- Εγώ πάλι ρε παιδιά, λέει ο Πόντιος, τι να σας πω, δεν θυμάμαι, από την Κάτω Τούμπα είναι, από την Ανω Τούμπα είναι...