Skip to main content
Ανέκδοτα για αυτοκίνητα και οδηγούς
- Μια φορά κάποιος οδηγός επέστρεφε στην Αθήνα, οδηγώντας στην Εθνική Οδό Αθηνών - Κορίνθου. Ξαφνικά εκεί που οδηγούσε αμέριμνος, βλέπει μια κότα να τον προσπερνά. Κοιτάζει το κοντέρ, 120 χιλιόμετρα. Μπα λέει, οφθαλμαπάτη θα είναι.
- Επιταχύνει λίγο και εκεί κοντά στα 150, νάσου η κότα. Έλα Χριστέ και Παναγιά, τώρα θα σου δείξω, πατάει το γκάζι, 180, η κότα τον ξαναπροσπερνά. Έλα Χριστέ και Απόστολε, τι πράμα είναι τούτο, 200 το κοντέρ, η κότα συνεχώς πήγαινε μπροστά. Κοντά στα Μέγαρα, η κότα ελαττώνει ταχύτητα και στρίβει αριστερά.
- Ο οδηγός, όλο περιέργεια την ακολουθεί. Βλέπει την κότα να μπαίνει σε ένα ορνιθοτροφείο και ενώ είναι έτοιμη να παρκάρει παρατηρεί ότι η κότα έχει τρία πόδια. Μπαίνει κι αυτός στο ορνιθοτροφείο, γεμάτος περιέργεια.
- Μόλις περνά την πύλη τον σταματά ένας υπάλληλος, που πάτε κύριε του λέει. Ρε συ φίλε, αυτό κι αυτό, με προσπέρασε με 200, το καταλαβαίνεις;Aκου να δεις φιλαράκο, είναι ένα νέο είδος κότας αυτό, τα αφεντικά το έφεραν από την Αμερική, τώρα εδώ κάνουν εκτροφή μόνο σ΄αυτό το είδος.-Είναι τουλάχιστον καλό προϊόν, είναι νόστιμες αυτές η κότες που φτιάχνετε, ρωτά ο οδηγός. Ξέρω γω ρε φίλε, μήπως μπορέσαμε ποτέ να πιάσουμε καμία να την φάμε;
Ήταν που λέτε ένας τύπος, που πήγαινε βόλτα με το αμάξι του εις τας εξοχάς. Σε μία στιγμή, σβήνει η μηχανή. Κατεβαίνει, ανοίγει το καπό και αρχίζει να ψάχνει, να δει τι συμβαίνει.
Εκεί που κοίταγε τη μηχανή, τον πλησιάζει μια αγελάδα και με μάλλον αδιάφορο ύφος του λέει:
- Μάλλον φταίει το καρμπυρατέρ.
Ο τύπος μας, μιλάμε τα παίξε τόσο πολύ, που άρχισε να τρέχει σαν τρελός στα λιβάδια και στα λαγκάδια. Σε μια στιγμή, συναντάει ένα βοσκό και του λέει όλη την ιστορία. Οπότε γυρνάει ο βοσκός και του λέει:
- Μήπως ήτανε μια μαύρη αγελάδα, με ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο;
- ΝΑΙ! ΝΑΙ! Αυτή ήταν!, απαντάει ο άλλος.
- Α, μην της δίνεις σημασία, είναι η Ντόλη η φαντασμένη. Ανάθεμα με, κι αν ξέρει τίποτα από αυτοκίνητα!
Ο υπουργός του κυβερνώντος κόμματος κάνει περιοδεία. Επισκέπτεται ένα σχολικό συγκρότημα και ακούει τα παράπονα των δασκάλων και των μαθητών:
- Κύριε υπουργέ, δεν έχουμε πετρέλαιο για θέρμανση και έρχεται βαρύς χειμώνας...
- Κύριε υπουργέ, δεν μας χωράνε οι αίθουσες, τα μισά θρανία είναι χαλασμένα, τα περισσότερα τζάμια είναι σπασμέα...
Αφού ακούει διάφορα τέτοια τους λέει:
- Μήν ανησυχείτε όλα θα γίνουν το συντομότερο δυνατόν.
Μπαίνει στην μερσεντές και πάει στον επόμενο σταθμό, στις τοπικές φυλακές.
Ακούει και εκεί πολλά παράπονα.
- Κύριε υπουργέ, θέλουμε καλύτερο φαγητό, περισσότερα κλινοσκεπάσματα, πιο πολύ προσωπικό γιατί δεν επαρκούμε...
- Θα γίνουν όλα όσα ζητάτε, μην ανησυχείτε.
Μπαίνει στην Μερσεντές και καθώς φεύγουν αρχίζει να δίνει οδηγίες στον γραμματέα του.
- Λοιπόν, Κωστάκη. Στο σχολείο στείλε ένα συνεργείο να μπαλώσει μερικές τρύπες, και να βάλει μερικά τζάμια, αλλά τίποτε άλλο. Μετά στείλε ένα συνεργείο στις φυλακές να φτιάξει: πισίνα, χαμάμ, τζακούζι, σάουνα, αίθουσα για διασκέδαση με 50άρα τηλεόραση, φλίπερ...
Μένει κάγκελο ο γραμματέας.
- Μα κύριε υπουργέ, τί είναι αυτά που λέτε;
Και απαντά ο υπουργός:
- Κοίτα Κωστάκη. Σχολείο πήγαμε και δεν θα ξαναπάμε. Στην φυλακή όμως δεν ξέρεις πότε θα μπούμε... Κατάλαβες;
Το παιδάκι με τη μαμά του, μόλις μπαίνουν στο λεωφορείο, μετά από αναμονή κάποιων λεπτών, το παιδάκι αρχίζει να γκρινιάζει και και να φωνάζει επίμονα:
- "Το μπαλάκι μου, το μπαλάκι μου, ..., που είναι το μπαλάκι μου, 8έλω το μπαλάκι μου".
Αφού έγινε ανυπόφορος στους άλλους από τη γκρίνια, αποφάσισε τελικά ο οδηγός να σταματήσει το λεωφορείο για να αρχίσουν όλοι οι επιβάτες να ψάχνουν το μπαλάκι του μικρού.
Τελικά μετά απο αρκετό ψάξιμο έγινε κατανοητό στον μικρό, πως δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί.
Του λέει ο οδηγός λοιπόν, "μικρέ μου, ψάξαμε όλοι, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκαμε".
Και ο μικρός τότε βάζοντας το δάχτυλο του χεριού του στη μύτη του, λέει:
- "Μμμ..., καααλά, τότε θα φτιάξω άλλο ..."
Η τροχαία σταματά ένα οδηγό για υπερβολική ταχύτητα.
- Δίπλωμα και ασφάλεια, λέει ο τροχονόμος.
- Λυπάμαι αλλά δεν τα έχω μαζί μου, του απαντά ο οδηγός.
- Σοβαρά; Και τι έχεις μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου; ξαναρωτά το όργανο.
- Πιστόλι, απαντά ο οδηγός.
- Τι;! Και τι το θες το πιστόλι;
- Σκότωσα τον εραστή της γυναίκας μου, απαντά ο οδηγός.
- Και που είναι το πτώμα; ρωτά ο τροχονόμος.
- Στο πορτμπαγκάζ, ξαναλέει με απάθεια ο οδηγός.
Αμέσως ο τροχονόμος στέλνει σήμα και σε λιγο καταφθάνει ο Αρχηγός της αστυνομίας.
Πλησιάζει τον οδηγό που κάθεται αδιάφορα στη θέση του και του λέει:
- Δίπλωμα και ασφάλεια παρακαλώ.
Αμέσως ο οδηγός ανοίγει το ντουλαπάκι και του τα δίνει.
Σαστισμένος ο αρχηγός τον ρωτά:
- Τι άλλο έχεις μέσα στο ντουλαπάκι;
- Δύο τρία cd, απαντά ο οδηγός.
- Και το πιστόλι που είναι;
- Πιστόλι; Ποιό πιστόλι; λέει ο οδηγός. Ποιός σας είπε ότι έχω πιστόλι;
- Ο τροχονόμος, απαντά ο Αρχηγός.
- Δεν έχω κάτι τέτοιο, αν θέλετε ψάξτε.
Ψάχνει ο αρχηγός... τίποτα.
- Και στο πορτμπαγκάζ τι έχεις; ρωτά τον οδηγό.
- Τι να χω κύριε μου. Τη ρεζέρβα, τρίγωνα ασφαλείας, τον κρίκο και μερικά εργαλεία.
- Και το πτώμα;
- Πτώμα; Ποιό πτώμα;
- Του εραστή της γυναίκας σου, ξαναλέει ο αρχηγός.
- Ορίστε, δέστε και μόνος σας... Δεν υπάρχει κανένα πτώμα, λέει ο οδηγός και ανοίγει το πορτμπαγκάζ. Μα ποιός σας είπε αυτά τα ψεύδη, κύριε μου; ρωτά τον αρχηγό.
- Ο τροχονόμος, ξαναλέει ο Αρχηγός.
Και απαντά με οργισμένο ύφος ο οδηγός:
- Πλάκα θα χει να σας είπε και ότι έτρεχα με υπερβολική ταχύτητα!
Ένας Έλληνας μπαίνει σε μια τράπεζα της Νέας Υόρκης και ζητάει πληροφορίες για ένα δάνειο.
Λέει στον υπάλληλο των δανείων ότι θέλει να ταξιδέψει στην Ελλάδα λόγω των εορτών των Χριστουγέννων για 2 εβδομάδες και χρειάζεται οπωσδήποτε να πάρει ένα δάνειο των $5.000. Ο υπάλληλος του εξηγεί ότι η τράπεζα θα χρειαστεί ένα είδος εξασφάλισης για να του χορηγήσει το δάνειο.
Έτσι ο Έλληνας βγάζει από την τσέπη του και αφήνει πάνω στο γραφείο τα κλειδιά από μία ολοκαίνουρια Ferrari, που είναι παρκαρισμένη στην είσοδο της Τράπεζας. Αφού πραγματοποιείται ο έλεγχος από την Τράπεζα ότι το αυτοκίνητο είναι όντως στο όνομά του, μέσα σε 20 λεπτά εγκρίνεται το δάνειο, ο Έλληνας παίρνει τα χρήματα και φεύγει. Μόλις φεύγει, ο διευθυντής της Τράπεζας και οι υπάλληλοί του ξεκαρδίζονται στα γέλια που ο Έλληνας έβαλε υποθήκη μία Ferrari των $200.000 για να πάρει δάνειο $5000!
Ένας υπάλληλος παίρνει το αυτοκίνητο και το αφήνει στο υπόγειο γκαραζ της τράπεζας. Δύο βδομάδες αργότερα, ο Έλληνας επιστρέφει, πληρώνει $5000 και τον τόκο, που ανέρχεται στα $15.41. Ο υπάλληλος του λέει:
- Κύριε, είμαστε ευτυχείς που συνεργαστήκατε με την τράπεζά μας, όλα έγιναν σωστά μόνο που έχουμε μία απορία. Όσο εσείς λείπατε, ελέγξαμε στον υπολογιστή και βρήκαμε ότι είσαστε δισεκατομμυριούχος! Το περίεργο είναι ποιος ήταν ο λόγος που πήρατε το δάνειο!
Και ο Έλληνας απαντά:
- Πες μου ένα άλλο σημείο στη Νέα Υόρκη που θα μπορούσε να αφήσει κανείς μια Ferrari με ασφάλεια για δύο εβδομάδες, πληρώνοντας για πάρκινγκ μόνο 15.41 δολάρια!
Το ζευγάρι κοιμάται αμέριμνο στο σπίτι, 3 η ώρα το πρωί όταν ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι. Έντρομοι πετάγονται από το κρεβάτι. Ο άντρας πάει στο θυροτηλέφωνο και ρωτάει:
- "Ποιος είναι;"
Ακούγεται μια αντρική φωνή.
- "Φίλε, κατεβαίνεις να με σπρώξεις λίγο, σε παρακαλώ;"
- "ΤΙ; ενίσταται ο άντρας, "Μας ξύπνησες νυχτιάτικα για να κατέβω να σε σπρώξω; Δεν είσαι με τα καλά σου. Άντε παράτα μας!" και... γυρίζει στο κρεβάτι του, όπου εξηγεί στη γυναίκα του τι έγινε.
Σε κανένα 10λεπτο, μόλις τους ξανάπαιρνε ο ύπνος, να σου πάλι το κουδούνι. Πετάγεται από το κρεβάτι ο τύπος, τρέχει στο θυροτηλέφωνο κι ακούει πάλι την ίδια φωνή:
- "Έλα, ρε φίλε! Κατέβα λίγο να με σπρώξεις σε παρακαλώ !"
Έξαλλος ο άντρας, του απαντάει.
- "Ρε, άμα κατέβω κάτω, θα σε κάνω μαύρο, το κατάλαβες; Εξαφανίσου, μην φωνάξω την αστυνομία!".
Γυρίζει ξανά στο κρεβάτι, οπότε του λέει η γυναίκα του:
- "Βρε αγάπη μου, ξυπνήσαμε που ξυπνήσαμε, κι όσο νά ναι άνθρωποι είμαστε ... Θα μπορούσε να συμβεί και σένα μέσα στη νύχτα να μείνεις με το αυτοκίνητο και να μην υπάρχει ψυχή να σε βοηθήσει. Άντε, κάνε ένα ψυχικό, να πάει στα κομμάτια - μπας και ησυχάσουμε..."
- "Τέλος πάντων, ας σου κάνω το χατίρι, γιατί αυτός είναι ικανός να ξαναχτυπήσει..."
Ρίχνει ένα μπουφάν πάνω από τις πυτζάμες και κατεβαίνει στον δρόμο, όπου όμως ... δεν υπάρχει ψυχή! Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, τίποτα. Βάζει μια φωνή:
- "Πού είσαι εσύ που φωνάζεις τόση ώρα να σε σπρώξω;"
Κι ακούει τη φωνή του τύπου από το παρκάκι δίπλα:
- "Εδώ, στις κούνιες !"...
Ταξιδεύει ένας με το αυτοκίνητό του στην εξοχή, και κατά λάθος το ρίχνει σε ένα βαθύ χαντάκι.
Για καλή του τύχη από εκεί περνάει ένας αγρότης με το άλογο του, τον Ντορή.
Ζητάει ο άνδρας βοήθεια, και ο αγρότης λέει ότι ο Ντορής θα μπορέσει να τραβήξει το αυτοκίνητο.
Δένουν τον Ντορή στο αμάξι, και φωνάζει ο αγρότης:
- Τράβα, Ψαρή, τράβα!
Ο Ντορής δεν κινείται.
Μετά φωνάζει:
- Έλα, Νέλλυ, τράβα!
Πάλι ο Ντορής δεν κινείται.
- Τώρα Φρεντ, τράβα δυνατά!
Ο Ντορής στέκεται ακόμα ακίνητος.
- Ωραία, λέει ο αγρότης. Τώρα τράβα, Ντορή!
Αμέσως ο Ντορής τραβάει, και σε λίγο το αυτοκίνητο είναι έξω από το χαντάκι.
Ο άνδρας ευχαριστεί τον αγρότη, αλλά είναι και πολύ περίεργος.
- Μα γιατί, ρωτάει, φωνάξατε τρεις φορές το άλογό σας με λάθος όνομα;
- Α, ο Ντορής είναι τυφλός. Και αν νόμιζε ότι είναι ο μόνος που τραβάει, ούτε καν θα προσπαθούσε!
Ο Τζιράκης, ένας βοσκός από το χωριό Αβρακόντε Λασιθίου που συνελήφθη να κλέβει αρνιά στην Δίκτη, λίγο πριν γίνει η δίκη του λέει στον Δικηγόρο του ικετευτικά:
- Σώσε με, κύριε Δικηγόρε, και εγώ ... . ό,τι θες μου ζήτα. Και, όταν λέω ό,τι θες το εννοώ. Θες αυτοκίνητο θα σου το πάρω. Θες λεφτά, ένα-δυο εκατομμύρια, όσο θες, θα σου τα δώσω.
- Η υπόθεσή σας είναι δύσκολη, του απαντά ο δικηγόρος, όμως με δέκα εκατομμύρια, όσο κάνει μια μερσεντές, και συνάμα αν κάνεις ό,τι σου πω, θα αθωωθείς. Συμφωνείς ή όχι;
- Συμφωνώ και λέγε γρήγορα τι να κάνω;
- Λοιπόν, σε λίγο ό,τι σε ρωτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, τον συμβουλεύει ο δικηγόρος, εσύ θα απαντάς "μπεε..." και άφησε τα υπόλοιπα σε μένα, εντάξει;
- Εντάξει και παραντάξει, συμφωνεί ο Τζιράκης.
Σε λίγο ο πρόεδρος ρωτά τον κατηγορούμενο:
- Πως λέγεσαι κατηγορούμενε;
- Μπεε, απαντά αυτός.
- Ρε, σε ρώτησα πως σε λένε;
- Μπεε, απαντά και πάλι αυτός.
- Μήπως δεν ακούς, κατηγορούμενε; Από πού είσαι κατηγορούμενε;
- Μπεε, λέει πάλι αυτός.
Μετά από λίγο ο πρόεδρος του δικαστηρίου νευριάζει και λέει δυνατά στον εισαγγελέα και στους αστυνομικούς:
- Κύριε εισαγγελέα, ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός, αστυνομικοί πάρτε τον από εδώ, αθώος!
Μετά από αυτό ο δικηγόρος φωνάζει τον Τζιράκη και του λέει θριαμβευτικά:
- Με παραδέχεσαι κ. Τζιράκη; Σε αθώωσα. Δώσε μου τώρα ό,τι συμφωνήσαμε και όποτε με χρειασθείς εδώ είμαι.
Και ο Τζιράκης του απαντά με τρελό ύφος:
- Μπέε!